ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Η διάκριση των εξουσιών και οι επενδύσεις

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΑΤΖΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Περί τις αρχές του 17ου αιώνα, ένας Γερμανός επιχειρηματίας στέλνει τον έναν γιο του στο Αμστερνταμ και τον άλλον στη Μαδρίτη, για να κάνουν επενδύσεις. Ο πρώτος δανείζει το κεφάλαιο του πατέρα του σε έναν Ολλανδό υποδηματοποιό που θέλει να κατακτήσει την αγορά του Παρισιού· ο δεύτερος δανείζει τον βασιλιά της Ισπανίας, προκειμένου ο τελευταίος να χρηματοδοτήσει έναν πόλεμο εναντίον των Τούρκων.

Τα πράγματα δεν εξελίσσονται καλά: ο μεν Ολλανδός έμπορος αποτυγχάνει στο εγχείρημά του, ο δε βασιλιάς της Ισπανίας ζητεί πλέον ακόμη περισσότερα χρυσά νομίσματα για τις αυξανόμενες ανάγκες του πολέμου· αμφότεροι αρνούνται να αποπληρώσουν τα δάνειά τους. Ο Γερμανός πατέρας είναι οργισμένος και ζητεί από τους γιους του να διεκδικήσουν τα οφειλόμενα ποσά. Ο ένας αδελφός ασκεί αγωγή σε ισπανικό δικαστήριο αλλά δεν έχει τύχη, καθώς τα εκεί δικαστήρια υπόκεινται στην άμεση εξουσία του βασιλιά. Στην Ολλανδία, όμως, τα δικαστήρια παρέχουν προστασία στον επενδυτή γιο, επιβάλλοντας κατάσχεση στα περιουσιακά στοιχεία του Ολλανδού εμπόρου.

Το παραπάνω φανταστικό –αλλά εύγλωττο– παράδειγμα προέρχεται από το ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο του Γ.Ν. Χαράρι «Sapiens» (2011). Η ιδέα που αναπτύσσεται στο οικείο κεφάλαιο, η οποία έχει αναδειχθεί στη δημόσια σφαίρα και από τους Ατσέμογλου και Ρόμπινσον («Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη»), είναι εξαιρετικά σημαντική: χώρες όπως η Ολλανδία, παρά το μικρό δέμας τους, μπόρεσαν να εξελιχθούν σε παγκόσμιες δυνάμεις, κυρίως επειδή στήριξαν τους βασικούς θεσμούς που συγκροτούν ένα σύγχρονο κράτος δικαίου (τουλάχιστον εντός των δικών τους επικρατειών· οι αποικίες τους είχαν πολύ χειρότερη μεταχείριση).

Το παράδειγμα της Ολλανδίας είναι πράγματι χαρακτηριστικό: το ολλανδικό χρηματοοικονομικό σύστημα απέκτησε διεθνές κύρος, επειδή στη χώρα τέθηκαν σε περίοπτη θέση η τήρηση των συμβάσεων και η προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας, προεχόντως μέσω ενός ανεξάρτητου δικαστικού συστήματος. Ετσι, προσείλκυσε διεθνή κεφάλαια, τα οποία αποφεύγουν να επενδύουν σε χώρες με αυταρχικά-δικτατορικά καθεστώτα, που μικρή σημασία αποδίδουν στο κράτος δικαίου, στις εγγυήσεις περί προστασίας των ατομικών ελευθεριών και της ατομικής ιδιοκτησίας.

Η αποτελεσματική λειτουργία του κράτους δικαίου αποτελεί, συνεπώς, βασικό όρο για την οικονομική ανάπτυξη και τη γενικότερη ευημερία μιας χώρας. Δυστυχώς στην Ελλάδα συχνά λησμονούμε αυτή την κρίσιμη παράμετρο όταν μιλάμε για την ανάγκη προσέλκυσης σοβαρών επενδυτών. Αναφέρουμε διάφορα κίνητρα (πολλά από αυτά σωστά), παραλείπουμε όμως συχνά το πιο σημαντικό.

Για να γίνω σαφέστερος: ένας σοβαρός διεθνής επενδυτής δύσκολα θα εμπιστευθεί μια χώρα όπου όλα χρειάζεται να περάσουν από το πρωθυπουργικό γραφείο, καθ’ υπέρβασιν των ορίων του άρθρου 82 του Συντάγματος, όπως λ.χ. να δοθούν άδειες για μια επένδυση, να αρθούν δικαστικά εμπόδια κ.ο.κ. Ενας τέτοιος επενδυτής εύλογα θα σκεφτεί ότι, όταν αλλάξει η κυβέρνηση, θα είναι πλέον στο έλεος των διαθέσεων του επόμενου πρωθυπουργού και του περιβάλλοντός του, οι οποίοι, ελέγχοντας ολόκληρο το «σύστημα», μπορούν λ.χ. να αποφασίσουν αίφνης την ανάκληση μιας άδειας. Επίσης, δύσκολα θα εμπιστευθεί ένας επενδυτής μια χώρα όπου η Δικαιοσύνη φαίνεται να λειτουργεί κι αυτή ενίοτε «κατόπιν εντολής πρωθυπουργού», «εθιμοτυπικών» επισκέψεων υπουργών σε ανώτατα δικαστήρια ή, περαιτέρω, όπου υπουργοί επιδιώκουν να ελέγξουν τον Τύπο.

Προφανώς, τα ανωτέρω εκφυλιστικά φαινόμενα δεν είναι τωρινά· οι ευθύνες διαδοχικών κυβερνήσεων και κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών της μεταπολίτευσης είναι μεγάλες. Πλέον όμως έχουμε φθάσει σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο ιστορικό χαμηλό. Οσο δε οι θεσμοί μας και το κράτος δικαίου φθίνουν, ας μην περιμένουμε σοβαρές επενδύσεις στη χώρα και δραστική αύξηση του ΑΕΠ.

Η διττή κρίση οικονομίας και θεσμών θα έχει πραγματικά ξεπεραστεί στην πατρίδα μας όταν η «εντολή του πρωθυπουργού» θα περιορίζεται στο πλαίσιο των συνταγματικών του αρμοδιοτήτων και δεν θα εμπλέκεται στις υποθέσεις των άλλων λειτουργιών ενός κράτους δικαίου.

*Ο κ. Αντώνης Καραμπατζός είναι αναπληρωτής καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ