Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Ναι, αλλά με τα χρέη τι θα γίνει;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το Μακεδονικό, τα ελληνοτουρκικά, η υπόθεση Novartis, η επικείμενη «έξοδος από τα μνημόνια», η αυξανόμενη ανομία και η μισαλλοδοξία στην πολιτική και τη δημόσια ζωή είναι όλα σοβαρά ζητήματα και καλώς απασχολούν την κοινή γνώμη. Πόσο, όμως, απασχολούν τους πολίτες που αγωνιούν για το πώς θα επιβιώσουν σε αυτή τη χώρα, πώς θα αντιμετωπίσουν την καθημερινότητα με ολοένα μεγαλύτερα χρέη και μειούμενα έσοδα; Πέρα από το τεράστιο δημόσιο χρέος, τι θα γίνει με τα χρέη πολιτών και επιχειρήσεων στο Δημόσιο, σε τράπεζες, στα Ταμεία;

Τα νούμερα είναι αμείλικτα ως προς το μέγεθος και την πολυπλοκότητα του προβλήματος. Οσον αφορά το δημόσιο χρέος, σύμφωνα με τον κρατικό προϋπολογισμό του 2018, πέρυσι ανήλθε σε 318,3 δισ. ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το υπολογίζει στο 181,1% του ΑΕΠ, που ήταν 178,6 δισ. ευρώ. Το 2009, το δημόσιο χρέος ήταν 299,7 δισ. ευρώ ή 129,7% του ΑΕΠ που τότε ήταν 231 δισ. ευρώ. Παρότι το χρέος μειώθηκε κατά 107 δισ. ευρώ με το πρωτοφανές «κούρεμα» το 2012, παρ’ όλη τη λιτότητα και τις μεταρρυθμίσεις, η κατάσταση σήμερα παραμένει άκρως επικίνδυνη. Σύμφωνα με σενάρια της Επιτροπής, οι δανειακές ανάγκες της χώρας, που υπολογίζονται στο 14,2% του ΑΕΠ το 2018, μπορεί να βρίσκονται μεταξύ 17,9% και 56,6% του ΑΕΠ το 2060, εξαρτώμενες από σειρά παραγόντων όπως, π.χ., ανάπτυξη και πλεονάσματα. (Το ΔΝΤ είναι ξεκάθαρο ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο αλλά το ίδιο δεν διατίθεται να διαγράψει μέρος του.)

Το θετικό είναι ότι το πρωτογενές έλλειμμα του 10,5% του ΑΕΠ το 2009 μετατράπηκε σε πρωτογενές πλεόνασμα άνω του 2,5% πέρυσι, ενώ η οικονομία αυξήθηκε κατά 1,6% του ΑΕΠ, για πρώτη φορά μετά το 0,7% του 2014. Μεταξύ 2008 και 2016 το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 25%. Οι αφίξεις και τα έσοδα από τον τουρισμό αυξήθηκαν κατά 10% μεταξύ Ιανουαρίου και Οκτωβρίου πέρυσι, ενώ η ανεργία, που έφθασε στο 27,9% τον Σεπτέμβριο του 2013, βρισκόταν στο 20,5% τον Νοέμβριο. Τα σημάδια μιας εύθραυστης ανάκαμψης, όμως, φαίνονται, σε μεγάλο βαθμό, να βασίζονται στην τεράστια μείωση που υπέστησαν μισθοί και συντάξεις, στο ότι το Δημόσιο αργεί να εξοφλήσει τα δικά του χρέη προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, και στο ότι ο τουρισμός ευνοήθηκε, επίσης, από προβλήματα σε ανταγωνίστριες χώρες. Το κλίμα θα άλλαζε οριστικά προς το καλύτερο εάν ντόπιοι και ξένοι επενδυτές πιστέψουν ότι στη χώρα μας εδραιώνεται επιτέλους σταθερότητα και αξιοπιστία στη φορολογία, στην πολιτική σκηνή και στη Δικαιοσύνη, ότι η κυβέρνηση είναι σοβαρή στην προσπάθεια να προσελκύσει επενδύσεις. Κι όμως, η εκταμίευση της δόσης των 5,7 δισ. ευρώ του δανείου, που εγκρίθηκε προσφάτως, εκκρεμεί ακόμη λόγω καθυστερήσεων στο έργο του Ελληνικού, στην ιδιωτικοποίηση του Διαχειριστή Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου, στην εφαρμογή των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών. Η πολιτική όξυνση, επίσης, υπονομεύει κάθε προσπάθεια.

Το πρόβλημα του δημόσιου χρέους μεγεθύνεται από το γεγονός ότι πολίτες και επιχειρήσεις συνθλίβονται από φόρους και χρέη ενώ οι τράπεζες παραμένουν «παγωμένες». Οι καταθέσεις, που το 2009 έφθαναν τα 237,8 δισ. ευρώ, στο τέλος του 2017 ήταν στα 146,2 δισ., από 119 δισ. τον Μάιο του 2015. Ενδεικτική της καχυποψίας των πολιτών είναι η εκτίμηση ότι κυκλοφορούν 41 δισ. ευρώ σε χαρτονομίσματα, ή το 30% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι 8%. Πάνω από τέσσερα εκατ. πολίτες έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο άνω των 100 δισ. και πέρυσι το κράτος δέσμευσε τους μισθούς, τις συντάξεις και την περιουσία 180.000 ατόμων.

Τα κόκκινα δάνεια σε τράπεζες ανέρχονται σε 100,4 δισ. ευρώ (49,9% του συνόλου των δανείων). Περίπου 1,3 εκατ. πολίτες χρωστούν 26 δισ. ευρώ σε ασφαλιστικά ταμεία.

Πώς θα πληρωθούν αυτά τα χρέη όταν τρεις στους δέκα εργαζομένους απασχολούνται part-time και αμείβονται με λιγότερο από 400 ευρώ τον μήνα, ενώ τα μισά νοικοκυριά βασίζονται σε συντάξεις; Οσο και αν ελπίζουμε ότι μετά τόσες θυσίες θα δούμε ανάκαμψη, εάν δεν υπάρξουν ριζική αλλαγή στην πολιτική νοοτροπία και εθνική προσπάθεια, η κρίση δεν τελειώνει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ