ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μ. Κατσίγερας: Σαρκαστικός σοφός, «φτιαγμένος» από γενναιοδωρία

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οταν περνάει λίγος καιρός σε μία εκάστη δουλειά, αναγνωρίζω τους συναδέλφους από το περπάτημά τους. Ο Μιχάλης Κατσίγερας –«σκέτο Μιχάλη θα με λες»– είχε αυτό το βάδισμα της εμπειρίας, το σίγουρο, το περπατημένο, ίσως και λίγο κουρασμένο. Πηγαινοερχόταν στους διαδρόμους σαν τοτέμ της παλιάς φρουράς της «Καθημερινής», σαν μια κινούμενη ιστορική, λογοτεχνική και ανεκδοτολογική βιβλιοθήκη, φτιαγμένη από αρχεία, βιβλία, αποκόμματα, φωτογραφίες, ένα καταφύγιο για τις «δύσκολες» ώρες στην εφημερίδα.

Το γραφείο του, εκείνο που μοιραζόταν με τον Αγγελο Στάγκο (ο οποίος τον αποκαλούσε «νεαρό»), ήταν συχνά το στέκι μου, όταν ξέμενα ώς αργά στο Φάληρο. Ο Μιχάλης Κατσίγερας, πάντα με ένα λεύκωμα ή ένα ιστορικό τεκμήριο μπροστά του, με τα γυαλάκια του, με σηκωμένα μανίκια, είχε το ένα χέρι στο ψηφιακό αρχείο και το άλλο στο βιβλίο – ένας multitasker προτού ο όρος καν εφευρεθεί. «Εχετε λίγο χρόνο ή σας διακόπτω;». Αυτή ήταν μια συχνή εισαγωγική φράση για να καθήσω δίπλα του. Αλλες φορές, όταν διάβαζα τον «Φιλίστορα» ή κάποιο από τα χρονογραφήματά του, δεν έλεγα καν «καλησπέρα» μπαίνοντας στο γραφείο του: «Μα, καλά, είπε τέτοια κουβέντα ο Παπατσώνης;» θυμάμαι να τον ρωτώ μπαίνοντας φουριόζος στο γραφείο του, αφού είχα διαβάσει ανάμνηση κριτικής του ποιητή, στις 13 Μαρτίου του 1932, στην «Κ» για τη «Στροφή» του Γιώργου Σεφέρη, μια δηλητηριώδης κριτική που μιλούσε για την «Ιερή Συμμαχία» Σεφέρη, Καραντώνη, Θεοτοκά.

Ιντιάνα Τζόουνς του λοξού

«Να γράφεις, μην ξεχαστείς με την ύλη, να γράφεις» – σχεδόν πάντοτε έτσι έκλεινε τις κουβέντες μας. Είχε το πάθος του γραφιά και του αναγνώστη, του συλλέκτη και του Ιντιάνα Τζόουνς του κρυμμένου, του λοξού. Ηθελε να γράφουμε, να λέμε ιστορίες. Κι όταν δεν μπορούσε να απαντήσει σε ένα μου ερώτημα ή μ’ έβλεπε να κολλάω σε μιαν ιδέα, θυμόταν κάποια ιστορία από το Παρίσι, από παλιούς «τιμονιέρηδες» της «Καθημερινής», έλεγε ντεσού για μεγάλες λογοτεχνικές μορφές, για πολιτικούς, για καλλιτέχνες. Μπορεί να μην είχε πάντοτε μια λύση στο πρόβλημα, αλλά ήταν διαρκώς σε θέση να σου θυμίσει κάτι αντίστοιχο, που ξεπήδησε από την αιώνια λιακάδα του μυαλού του.

Ο Μιχάλης Κατσίγερας ήταν ένας σαρκαστικός σοφός που είχα την τύχη να γνωρίσω στα γραφεία της «Κ» και να θαυμάσω στις μεσημεριανές συσκέψεις – ήταν μοναδικός ο ευφυής τρόπος που παρενέβαινε και ταρακουνούσε τα νερά. Ηταν από εκείνες τις φορές που βλέπεις μια σπάνια υπογραφή μπροστά σου, με σάρκα και οστά. Εμαθα πολλά – για τη ζωή και την τέχνη, τις λέξεις και τη σημασία τους, τη δημοσιογραφία και την αναδίφηση στη γνώση και την πληροφορία. Ο Μιχάλης Κατσίγερας ήταν ένας κόσμος, ο οποίος σε περιέβαλλε με γενναιοδωρία. Τη γενναιοδωρία του σπάνιου δημοσιογράφου και διανοουμένου που σε αποκαλεί «συνάδελφο» και επιμένει να θέλει να τον αποκαλείς «σκέτο Μιχάλη».

Αντίο, Μιχάλη. Θα θυμάμαι πάντα τις ιστορίες, τα πειράγματα και τα γυαλάκια σου που έψαχναν τα μυστικά των κειμένων – και των ανθρώπων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ