Κώστας Λεονταρίδης ΚΩΣΤΑΣ ΛΕΟΝΤΑΡΙΔΗΣ

Αθλούμενοι με τις μνήμες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στο ζύγι της μνήμης στριμώχνονται τ’ άυλα. Εικόνες, κουβέντες, γέλια και πικρίες, αγωνίες και – επώδυνος κανόνας– εκκρεμότητες προς τους εκλιπόντες. «Οταν πεθάνει κάποιος, πάντα ακολουθεί κάτι σαν κατάπληξη, τόσο δύσκολο είναι να καταλάβουμε την επέλαση του μηδενός και να την αποδεχτούμε» έγραψε ο Φλομπέρ, παγερά αδιάφορος γι’ αυτούς που διαφωνούν. Αδιάψευστο. Ο πόνος για τον χαμό λατρεμένων δεν δραπετεύει στιγμή έως ότου ο χρόνος –αυτός αποφασίζει πότε– αρχίζει με το σταγονόμετρο να δρα επουλωτικά. Απόσπασμα από το «Ζώντες και τεθνεώτες» του Κωστή Παπαγιώργη, κομμένο και ραμμένο σε όλους όσοι έχουν θρηνήσει: «Aυτοί που μένουν, ψυχανεμίζονται οδυνηρά τα νεύματα μιας άταφης ζωής που διατρέχει το σπίτι. Οι ξένοι δεν είναι σε θέση να νιώσουν τον αθεώρητο άνθρωπο, ο οποίος επιμένει να ανοίγει και να κλείνει πόρτες και παράθυρα, να κάνει χρήση του τηλεφώνου, να μετακινείται. Μόνον οι οικείοι πικραφουγκράζονται και διακρίνουν γνεψίματα που έχουν αφήσει το αθέατο περίγραμμά τους στην ατμόσφαιρα».

Στο ζύγι της μνήμης με την αναμενόμενη ή ξαφνική απώλεια αγαπημένου προσώπου, όχι όμως οικείου, έπονται ατάκτως συγκρίσεις με άλλα θανατικά. Ηλικίες, ασθένειες, ψυχοφθόρες ταλαιπωρίες, ο καθείς γίνεται αίφνης ληξίαρχος, βάζοντας τις δικές του νοερές σφραγίδες. Αδικο, αβάσταχτο, «ησύχασε», «πλήρης ημερών», «δεν το χωρά ο νους», «δυσαναπλήρωτο κενό», κ.λπ. Ολιγόπιστοι και θρήσκοι συναινούν: «Ας είναι ελαφρύ το χώμα…».

Κι οι ζώντες, μέλλοντες νεκροί, δικαιούχοι μιας θέσης στο ζύγι της μνήμης; Στοχαζόμαστε εκ βαθέων, εξ αντανακλάσεως ή για το θεαθήναι, κουβεντιαστά ή βουβά όταν αποχαιρετάμε, με τη στυφή γεύση εκπλήρωσης του χρέους, και την τελεσίδικη αποδοχή του χαμού όταν η σορός αναπαυθεί στη γη. Βέβαιοι ότι ο τεθνεώς θα ζει αιωνίως στην καρδιά μας επιστρέφουμε σπίτι ή στις δουλειές μας, σοφότεροι, μελαγχολικοί, πιο ήπιοι με τους άλλους, όλα τούτα βραχείας διάρκειας βεβαίως. Κατευόδιο σε συνεπή φίλο δεκαετιών. Οταν ένας μετρ του σαρκασμού τον προϊδέασε με πειστικό ύφος οδύνης «πόσο λυπάμαι που δεν θα μπορέσω να έρθω στην κηδεία σου» έλαβε αστραπιαία άκρως ανταγωνιστική απάντηση από τον επίσης εκλιπόντα πια φίλο: «Εγώ θα κάνω ό,τι μπορώ για να έρθω στη δική σου». Και οι δύο εφεύρισκαν διάφορες παραλλαγές για να μην πλήττουν οι γύρω, αθλούμενοι, προς ίδιον όφελος, στην αμοιβαία, ζείδωρη θεατρικότητά τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ