ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Ιταλία έχει θωρακιστεί έναντι αύξησης επιτοκίων

Ενω την περίοδο 1990-1998 τα ομόλογα της Ιταλίας έληγαν σε διάστημα μικρότερο των 4 ετών, ο μέσος όρος ωρίμανσής τους έφτασε στα 6,9 έτη το 2017.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με δημόσιο χρέος 2,3 τρισ. ευρώ, που αντιστοιχεί περίπου στο 132% του ΑΕΠ της, και εν αναμονή των αποτελεσμάτων των εκλογών της 4ης Μαρτίου, η Ιταλία μπορεί θεωρητικά να δει τα ομόλογά της να δέχονται νέες ισχυρές πιέσεις. Πολύ περισσότερο τώρα που η ΕΚΤ ετοιμάζεται να εγκαταλείψει την πολιτική των ιστορικά χαμηλών επιτοκίων, κάτι που συνεπάγεται αύξηση του κόστους δανεισμού της Ρώμης. Σύμφωνα, όμως, με στελέχη της ΕΚΤ, η γειτονική χώρα δεν κινδυνεύει να αντιμετωπίσει δυσκολίες όσον αφορά την εξυπηρέτηση του χρέους της ούτε και εξαιτίας της να κινδυνεύσει η οικονομία της Ευρωζώνης. Επωφελούμενη εγκαίρως από το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, η Ρώμη έχει καταφέρει να επιμηκύνει τον χρόνο ωρίμανσης των ομολόγων της αλλά και να μειώσει το κόστος εξυπηρέτησής τους. Εχει έτσι θωρακιστεί έναντι ενδεχόμενης αλλαγής στις συνθήκες της αγοράς.

Ειδικότερα, ο Πίτερ Πράετ, μέλος του Δ.Σ. της ΕΚΤ, τόνισε προ ημερών σε συνέδριο στη Φρανκφούρτη ότι η τράπεζα «έχει εξετάσει τη βιωσιμότητα του χρέους της Ιταλίας σε συνθήκες κρίσης και έχει διαπιστώσει ότι είναι σχετικά βιώσιμο και σχετικά σταθερό, καθώς η διάρκεια ωρίμανσης των ομολόγων της είναι σχετικά μεγάλη». Εδώ και αρκετά χρόνια, η Ιταλία συνηθίζει να επιμηκύνει τον χρόνο ωρίμανσης των ομολόγων της. Ενώ την περίοδο 1990-1998 τα ομόλογά της έληγαν σε διάστημα μικρότερο των τεσσάρων ετών, ο μέσος όρος ωρίμανσής τους έφτασε στα 6,9 έτη την περασμένη χρονιά. Οπως τονίζει ο Μαρσέλ Αλεξάντροβιτς, οικονομολόγος της Jefferies στο Λονδίνο, «αν οι αυξήσεις των επιτοκίων είναι σταδιακές, η Ιταλία θα εξακολουθήσει να εκδίδει ομόλογα με αποδόσεις χαμηλότερες από εκείνες του χρέους που αποπληρώνεται τώρα».

Παράλληλα, οι ιταλικές τράπεζες πούλησαν μεγάλο όγκο ιταλικών ομολόγων από τη στιγμή που άρχισε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, και τους τελευταίους μήνες αύξησαν τις πωλήσεις, καθώς πλησιάζει η ημέρα των εκλογών. Εξάλλου, είναι μεν ψηλό το δημόσιο χρέος της Ιταλίας αλλά είναι χαμηλό το χρέος των νοικοκυριών της, αν συγκριθεί με το χρέος άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Αυτό σημαίνει ότι στο σύνολό της η ιταλική οικονομία δεν είναι τόσο ευάλωτη σε μεταβολές της αγοράς.

Οπως σχολιάζει ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Scope Ratings, οι εκλογές δεν αναμένεται να οδηγήσουν στον σχηματισμό κυβέρνησης ικανής να προωθήσει τις απαιτούμενες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, η Ιταλία παραμένει μια χώρα που συγκεντρώνει υψηλή βαθμολογία. Τον Νοέμβριο, ο εν λόγω οίκος έδωσε στην Ιταλία βαθμολογία Α-, που είναι, κατά μέσον όρο, δύο βαθμίδες υψηλότερη από άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Σύμφωνα με τον Τζιάκομο Μπαρισόν και τον Ντένις Σεν, αναλυτές της Scope, «ο αντίκτυπος οποιασδήποτε μεταβολής στα επίπεδα των επιτοκίων θα εξουδετερωθεί από τα πρωτογενή πλεονάσματα που αναμένεται να παρουσιάσει η χώρα και από τη σχετικά μεγάλη διάρκεια ωρίμανσης του χρέους». Οι ίδιοι τονίζουν, άλλωστε, ότι σχεδόν το 70% του χρέους της χώρας βρίσκεται στα χέρια των κατοίκων της.

Στελέχη τόσο της ΕΚΤ όσο και του ΔΝΤ, που μίλησαν ανώνυμα στο Bloomberg, εκτιμούν ότι ο πραγματικός λόγος ανησυχίας για τη Ρώμη δεν είναι ούτε η ενδεχόμενη αύξηση των επιτοκίων του ευρώ ούτε η αβέβαιη έκβαση των εκλογών, αλλά το γεγονός ότι δεν έχει κατορθώσει να θέσει τα θεμέλια για την ανάπτυξη μιας υγιούς οικονoμίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ