Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Ο κανόνας τού «μικρόν προ μακρού»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Π​​όσο μετράει  στ’ αλήθεια για τα οικονομικά του λεγόμενου μέσου πολίτη η πληροφορία ότι ο Οίκος Μούντις, ή οποιοσδήποτε άλλος της πλανηταρχεύουσας αξιολογικής τριάδας, αναβάθμισε την Ελλάδα από το Β- στο Β; Ποια αξία έχει για τα νεύρα του, για τη σχέση του με την οικογένειά του και τους άλλους γύρω του, η είδηση ότι ο μάλλον άγνωστός του Μάριο Σεντένο, πρόεδρος του Γιούρογκρουπ, επαίνεσε την επίσημη Ελλάδα για την καλή της προσπάθεια, δηλαδή για την άνευ ενστάσεων και διαμαρτυριών προσήλωσή της στα μνημονιακά θέσφατα; Ποιο οικονομικό αλλά και ψυχικό αντίκρισμα έχει γι’ αυτόν τον μέσο πολίτη το γεγονός ότι ο σίγουρα περισσότερο γνωστός Πιερ Μοσκοβισί είπε για πολλοστή φορά κάτι θετικό για τη ρύθμιση ενός τμήματος του χρέους, σε συνδυασμό βέβαια με την ανάπτυξη, η οποία αποδεικνύεται πως έχει τα χούγια του ορίζοντα, απομακρύνεται δηλαδή όσο την πλησιάζουμε; Και πόσο καλά οφείλει να νιώσει ακούγοντας ότι η τάδε ή η δείνα γερμανική εφημερίδα, που μέχρι τώρα συνήθιζε να παραδίδει με πατερναλιστική βλοσυρότητα μαθήματα στους ανεπρόκοπους τεμπέληδες του Νότου, βρήκε επιτέλους δυο λόγια παρηγοριάς ή και εγκωμίου για τους Ελληνες, άρχοντες και αρχόμενους;

Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι τα πληροφορείται όλα αυτά ο μέσος πολίτης, δεδομένου ότι η πληροφόρηση του καθενός καλύπτει μόνο μια φέτα των όσων συμβαίνουν, αφού εξαρτάται από τον (όλο και πιο βαθύ) χρωματισμό των ενημερωτικών μέσων που επιλέγει να βλέπει και ν’ ακούει (θα πρόσθετα «και να διαβάζει», αν το επέτρεπαν οι πωλήσεις των εφημερίδων)· ακόμα κι αν εικάσουμε ότι μαθαίνει και όσα άλλα εισάγονται στην ειδησεογραφική αγορά (δηλαδή την κρατική τηλεόραση) με τον χαρακτηρισμό «εύσημα ξένων προς την Ελλάδα», πιθανότατα δεν θα ενθουσιαστεί. Δεν θα νιώσει ούτε ανακουφισμένος ούτε περήφανος. Κι έχει τους λόγους του.

Πολλούς και στέρεους.

Αν ο πολίτης μας είναι άνεργος ή ευκαιριακά και ανασφάλιστα εργαζόμενος, αν ανήκει δηλαδή περίπου στο 50% του «κόσμου της εργασίας», όπως τον αποκαλούσαμε παλιότερα, δεν θα πετάξει βέβαια από τη χαρά του στην είδηση ότι αναβαθμιστήκαμε εθνικώς από Β- σε Β. Ξέρει πως, ό,τι καλό κι αν ενδέχεται να σημαίνει η αναβάθμιση αυτή για τη «διεθνή εικόνα της χώρας», δεν θα θεραπεύσει την ανεργία του σήμερα, ή έστω μεθαύριο. Ξέρει επίσης πως η ανεργία έπαψε εδώ και χρόνια να είναι ακραίο και σχετικώς σπάνιο γνώρισμα του κοινωνικού μας συγκροτήματος. Είναι πια ένα από τα στοιχεία της εν γένει «μεσότητας», της αντικανονικότητας εκείνης που από τη μια ναυαγοσωστική κυβέρνηση στην άλλη και από το ένα ιαματικό πρόγραμμα στο επόμενο κατάντησε κανονικότητα. Το καταλαβαίνουμε ρωτώντας φίλους, συγγενείς, συναδέλφους. Το βλέπουμε γύρω μας. Εκεί που εκτυλίσσονται τα πραγματικά σαρβάιβορ, δίχως δηθενδιάσημους και ταχαμαχητές. Με ανώνυμους εξ ανωνύμων που μάχονται για να μην τους τσακίσει η ανεργία τον αυτοσεβασμό τους.

Αν πάλι δουλεύει ο ίδιος ο μέσος πολίτης μας –έστω με μισθό πετσοκομμένο «για να μη γίνουν απολύσεις», όπως υπόσχονται ψευδόμενοι οι πλέον καιροσκόποι εκ των εργοδοτών, δηλαδή περίπου όλοι–, έχει όμως ακόμα στο σπίτι του παιδιά που τριαντάρισαν συσσωρεύοντας πτυχία, διπλώματα και διαψεύσεις (κι αυτό, μεσότητα είναι πια, όχι τίποτε το ακραίο), δεν θα ζητωκραυγάσει κατασυγκινημένος ακούγοντας ότι είναι λίαν πιθανό να ανακουφιστεί σε πέντε ή σε δέκα τέρμινα η Ελλάδα από ένα τμήμα του χρέους, εφόσον βέβαια και εάν και υπό την προϋπόθεση ότι... Και δεν θα δώσει στα τηλεοπτικώς θερμά λεγόμενα του οποιουδήποτε Μοσκοβισί περισσότερη βαρύτητα απ’ όση τους δίνει ο ίδιος ο (οποιοσδήποτε) Μοσκοβισί, που αποδεικνύεται ικανότερος και από κασετόφωνο στη μονότονη επανάληψη του ίδιου ρεφρέν. Γιατί ξέρει ότι εγκώμια και υποσχέσεις αυτού του τύπου, που συλλαβίζονται από τα χείλη δίχως πνευματική και ψυχική συμβολή, δεν ανακόπτουν το μεταναστευτικό κύμα των άριστα εκπαιδευμένων και σίγουρα γλωσσομαθών τριαντάρηδων της Ελλάδας. Η έξοδος προς τη Γαλλία, την Αγγλία, τη Γερμανία παραμένει δυστυχώς πολύ περισσότερο ορατή από τη διατυμπανιζόμενη «καθαρή έξοδο από τα μνημόνια».

Αν τώρα ο πολίτης μας εκτός από μέσος τυγχάνει και μεσαίος, ανήκει δηλαδή στην απομυζητικώς φορολογούμενη μεσαία τάξη, μάλλον διά του σαρκασμού και του αυτοσαρκασμού θα αντιδράσει πληροφορούμενος τα περί «ευσήμων προς την Ελλάδα» και δεν θα σπεύσει να συμμεριστεί τον κυβερνητικό ενθουσιασμό. Ο δικός του αυθεντικός πληροφορητής δεν είναι ο Οίκος Μούντις ή Φιτς. Είναι ο οίκος του στο Παγκράτι ή στο Χαλάνδρι, στη Δράμα ή στο Αγρίνιο· με τις ανάγκες του, τα ζόρια του, τις αναβολές από μεθαύριο σε μεθαύριο. Φυσικά και τον ενδιαφέρουν τα μακροικονομικά. Φυσικά και έχει την αγωνία του για την οικονομία της πατρίδας του στο σύνολό της και νοιάζεται για το μέλλον της, αφού ξέρει ότι δεν ζει στο κενό. Αλλά, δίχως να είναι βολεψάκιας και εαυτούλης, δεν μπορεί παρά να χαλάει το μυαλό και την ψυχή του πρωτίστως για το μικροοικονομικό. Για το μερικό-οικογενειακό και το παροντικό, το τρέχον· το βαλτωμένο μάλλον.

Για να φτάσει ο ακραίως φορολογούμενος να ενθουσιαστεί με τη διαφημιζόμενη αύξηση των πλεονασμάτων και των αποθεμάτων, θα πρέπει αφενός να παραβλέψει τη μισή πραγματικότητα, αφετέρου να ζωγραφίσει με ρόδινα χρώματα την υπόλοιπη μισή. Να παραβλέψει δηλαδή το πόθεν των πλεονασμάτων, την πηγή τους, που δεν είναι άλλη από την τσέπη τη δική του και των ομοίων του, όσων δεν είναι «αντιεξουσιαστικά» ξεφτέρια στη φοροαποφυγή ούτε τυγχάνουν «στρατηγικοί κακοπληρωτές», δηλαδή ατσίδες της απατεωνιάς που παριστάνουν και τους ευπατρίδες. Και επιπλέον να φτιάξει έναν τερπνό πίνακα με τον τίτλο «Χρήση Πλεονασμάτων», πάνω στον οποίο θα έχει ζωγραφίσει ωραιότατα νοσοκομεία, θαυμάσια σχολεία, λαμπρά μέσα μαζικής μεταφοράς, εξαιρετικούς ανοιχτούς δημόσιους χώρους, τον Σαρωνικό πεντακάθαρο κ.τ.λ.

Δύσκολα πράγματα. Οσο κι αν προσβλέπουμε στο μέλλον, όσο κοινωνικά και πολιτικά όντα κι αν είμαστε, όσες φορές κι αν μας πείθουν οι ιδέες μας για τα ανθρώπινα να κάνουμε πέτρα την καρδιά, να συγχωρούμε και να παραβλέπουμε, ο κανόνας που ρυθμίζει τα αισθήματά μας υπαγορεύεται τελικά από το καθεστώς του βίου μας, ατομικού και συλλογικού· από τις ανάγκες μας δηλαδή και από τις διαψευσμένες ελπίδες μας. Και ο κανόνας αυτός συνοψίζεται στο «μικρόν προ μακρού». Προέχει το μικρό, το σημερινό. Το μακροπρόθεσμο είναι αριθμοί και ποσοστά, που μπορεί να μας αφορούν, μπορεί και όχι. Και οι «καλές ειδήσεις» σαν την αναβάθμιση από Β- σε Β δεν είναι δα ένα αφήγημα ικανό να συγκινήσει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ