ΒΙΒΛΙΟ

Αναβάσεις και ανατάσεις

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΕΣΟΡΡΑΧΗΣ
Η ανάβαση
Εκδόσεις της Εστίας, σελ. 166

Ο ​​Κοσμάς Λούκος είναι βιομηχανικός σχεδιαστής. Εχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Μηχανικών Σχεδίασης Προϊόντων και Συστημάτων της Σύρου, έχει δοκιμαστεί στον σχεδιασμό κατασκευάζοντας μια τσάντα πλάτης «από ένα κομμάτι πλαστικό πλέγμα και μερικά δεματικά καλωδίων» (ένα «εκκεντρικό αξεσουάρ» για τις κοσμικές παραλίες που θα φορεθεί αρκετά προτού αντιγραφεί από κάποια κινεζική βιοτεχνία, η οποία και θα πλημμυρίσει φτηνές εκδοχές της την αγορά), κι έχει μόλις κερδίσει μια περιζήτητη θέση στην εταιρεία 3Σ στους κόλπους της οποίας σχεδιάζονται σχεδόν τα πάντα – από οδοντόβουρτσες μέχρι εξαρτήματα αυτοκινήτων. Είναι πανέτοιμος λοιπόν «να παρέμβει δημιουργικά σε όλες τις φάσεις του “κύκλου ζωής” ενός προϊόντος, συστήματος, υπηρεσίας, ξεκινώντας από την αναγκαιότητα ύπαρξής του, τη μορφή του, την κατασκευή πρωτοτύπων, μέχρι και τη σχεδίαση της παραγωγής του», σύμφωνα, πάντα, με την περιγραφή των δεξιοτήτων που παρέχει σε έναν απόφοιτό της η σχολή της Σύρου. Και με την πρόσληψή του, ξεκινούν οι περιπέτειές του στον χώρο της παραγωγής.

Είναι ένας ασυνήθιστος μυθιστορηματικός ήρωας ο Κοσμάς Λούκος. Απολαμβάνει μεν τις προκλήσεις και τα προνόμια μιας θέσης –«ιερό δισκοπότηρο σχεδιασμένο από τον Φίλιπ Σταρκ» τη χαρακτηρίζει– στην πολυεθνική εταιρεία, τον χαροποιεί, όμως, περισσότερο που ο διορισμός του κατασιγάζει επιτέλους τις ανησυχίες του για την επαγγελματική του αποκατάσταση. Η αναζήτηση λύσεων τον διεγείρει καθεαυτήν· όμως στις στιγμές της αμφιβολίας –που δεν είναι λίγες– διαπιστώνει πως, στο πεδίο της καινοτομίας όπου δραστηριοποιείται, ό,τι έως πρόσφατα αποτελούσε αρχή ισορροπίας –η εξυπηρέτηση των αναγκών– έχει εκπέσει σε μια αχαλίνωτη παραγωγικότητα που αυξάνεται ασύμμετρα προς τους ίδιους τους σκοπούς της. Βλέπει ότι τα πράγματα έχουν αδειάσει από την ουσία τους, την αξία τους, την αναφορά τους· όσο για τους ανθρώπους, αυτοί μεν μπορεί να ζουν μέσα στην έκσταση της επίδοσης, το χάσμα, ωστόσο, που γεννά η έκλειψη του νοήματος απειλεί να τους καταπιεί. Τα συναισθήματα αφυδατώνονται, το σώμα εξορκίζεται διά των σημείων του σεξ. («Πιστεύεις ότι είμαστε απλώς ένα σόφτγουερ και ένα χάρντγουερ;», ρωτάει ο Κοσμάς τη νεαρή συνάδελφο με την οποία, λίγο αργότερα, θα συμβρεθεί σεξουαλικά κρατώντας πάντα, κατ’ απαίτησή της, «τα αισθήματα υπό έλεγχο». «Τι άλλο;», του απαντά εκείνη. «Αρα για την ώρα είμαστε δύο μηχανές που κάθονται δίπλα δίπλα», συμπεραίνει ο Κοσμάς). Ο καταναλωτισμός επελαύνει απερίσταλτος, επειδή δεν διέρχεται από τη μέσευση του νοήματος. («Τι είναι αυτό που σε κάνει να ανοίγεις το πορτοφόλι σου;», ρωτάει τον Κοσμά ο προϊστάμενός του. «Δεν ξέρω. Είναι στιγμές που θέλω να αγοράσω κάτι», αποκρίνεται εκείνος. «Γιατί;» «Δεν ξέρω».) Μόνο η τέχνη ανοίγει μια δίοδο στο θαύμα, στο απροσδόκητο που «κανένα σχέδιο δεν μπορεί να το προβλέψει», στον έρωτα που δεν περιορίζεται σε απλή ανταλλαγή σωματικών υγρών.

Ο Δημήτρης Μεσορράχης, με το πρώτο του μυθιστόρημα, εισάγει τον αναγνώστη σε ένα σύμπαν κλειστό, φαινομενικά στέρεο αλλά στην ουσία ευάλωτο – γιατί ο κόσμος της τεχνολογίας και της μηχανοποίησης, έτσι που έχει ξεφορτωθεί την ουσία του για να μπορέσει να πολλαπλασιαστεί και να επεκταθεί, μοιάζει με άνθρωπο που έχει χάσει τη σκιά του, ενώ ταυτόχρονα κάνει τους ανθρώπους που εμπλέκει στα γρανάζια του να χάνουν και τη δική τους σκιά, με άλλα λόγια, να πορεύονται μισοί, ανολοκλήρωτοι. Ο αφηγητής του μετέχει σ’ αυτόν τον κόσμο, συμπράττει στον συχνά παραληρηματικό υπερθεματισμό της «καινοτομίας» –ο οποίος συνιστά, εξάλλου, το ξεχωριστό του ιδιόλεκτο–, εκθέτει με τη στεγνή, σχεδόν τεχνική του γλώσσα τις συντεταγμένες μέσα στις οποίες κινούνται ο ίδιος και οι συνάδελφοί του. Ομως αυτή, ακριβώς, η στεγνή, τεχνική γλώσσα είναι το όχημα της ειρωνείας του, ειρωνείας υποδόριας, αναλυτικής και συνάμα διεγερτικής, η οποία μιμούμενη τις ψευδείς αλήθειες τις υποχρεώνει να εκτυλίσσονται, να ανοίγουν τις αποσκευές τους, να αποκαλύπτουν τον παραλογισμό τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ