ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Αλέκος Λεβίδης: «Ζωγραφική με λόγια δεν γίνεται»

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Φωτογραφία: Νίκος Κοκκαλιάς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Περνώντας καθημερινά το κατώφλι του επιβλητικού νεοκλασικού των αρχών του 20ού αιώνα, ο Αλέκος Λεβίδης προσπερνάει μια «Αυγή» του Κλοντ Λορέν, ένα αντίγραφο που ανήκει πολλά χρόνια στην οικογένειά του το οποίο πρέπει να συντηρήσει, όπως λέει, κάποια μέρα. Μέχρι τότε, όμως, ο πίνακας καταλαμβάνει μια μικρή θέση στο εργαστήριό του το οποίο είναι γεμάτο από καμβάδες παλαιών και νεότερων έργων του, από χρώματα, πινέλα και άπλετο φως που μπαίνει από τα μεγάλα παράθυρα της πρόσοψης που κοιτούν στην οδό Νίκης.

Εκεί δουλεύει τώρα μία σειρά ζωγραφικών έργων μικρών διαστάσεων, παραστατικά, ελεύθερης αντίληψης, αλλά και μία σειρά με έργα μεγαλύτερων διαστάσεων με αυτοβιογραφικά στοιχεία και όχι μόνο. «Πρόκειται για έργα που θα αποτυπώνουν τον δυνατό ήχο του περιβάλλοντος, μεταποιημένο. Στα έργα μου δεν θέλω να περνάω μια γραμμή» μας λέει, είτε αυτή ονομάζεται πολιτική ή φιλοσοφική στάση. «Ο ζωγράφος είναι σημαντικός στο μέτρο που κάνει τον θεατή να “βλέπει” κάτι περισσότερο από έναν καμβά», σημειώνει. Ανησυχεί, ωστόσο, ότι η ζωγραφική κινδυνεύει να χάσει την ιδιαιτερότητά της μέσα στο γενικό σύνολο που ονομάζουμε «σύγχρονη τέχνη», εντός της οποίας, σημειώνει, υπάρχουν και αρκετές «φούσκες». «Η ζωγραφική πρέπει να είναι ύλη, με λόγια ή με άλλες εικόνες δεν γίνεται. Ακόμα και η γρατζουνιά που έχει ένας πίνακας μετράει», τονίζει.

Δίπλα στο καβαλέτο του μια σέλα ιππασίας με ένα ξίφος αξιωματικού φαίνεται παράταιρη με την πρώτη ματιά. «Ανήκει στον πατέρα μου, ήταν αξιωματικός του ιππικού», μας λέει ο κ. Λεβίδης. Το πορτρέτο του Βλαδίμηρου Λεβίδη με την κόκκινη στολή του αξιωματικού και τα παράσημα δεσπόζει στο χολ του εργαστηρίου, ενώ οι φωτογραφίες στους τοίχους του γραφείου του αποκαλύπτουν μια εν πολλοίς άγνωστη πτυχή της ζωής τού βραβευμένου ζωγράφου.

Ανάμεσα σε οικογενειακές φωτογραφίες, πορτρέτα της μητέρας του και αναμνηστικά βρίσκεται η εικόνα του αντιστράτηγου Γεωργίου Χατζανέστη, διοικητού της ελληνικής Στρατιάς της Μικράς Ασίας από τον Μάιο μέχρι τον Αύγουστο του 1922 και παππού του Αλέκου Λεβίδη. Ο Χατζανέστης κρίθηκε ένοχος στη λεγόμενη «Δίκη των Εξι» και μαζί με πρώην πρωθυπουργούς και υπουργούς εκτελέστηκε ως συνυπεύθυνος της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η κόρη του και μητέρα τού κ. Λεβίδη ήταν μόλις 17 ετών.

«Ο χαμός του κόστισε πολύ στη μητέρα μου, η οποία είχε εξαφανίσει από το πεδίο τα κομμάτια της οικογένειάς μας που ήταν βενιζελικά. Ηξερα φυσικά ποιος ήταν ο παππούς μου και όταν μεγάλωσα άρχισα να ψάχνω την ιστορία. Η Ιστορία στην περίπτωση αυτή γράφτηκε από τους ηττημένους νικητές. Αυτό που μας λείπει σαν χώρα είναι ότι δεν ψάχνουμε την Ιστορία μας. Σε όλα υπάρχουν δύο αφηγήσεις. Αναμφισβήτητα ήταν ο αρχιστράτηγος της ήττας, αλλά βρέθηκε στο μέτωπο μόλις τρεις μήνες με μια κατάσταση που του παραδόθηκε στα όρια της κατάρρευσης, δεν είχε πολλά περιθώρια», μας λέει.

Το 2010, έπειτα από ενέργειες του Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκη, εγγονού του εκτελεσθέντος Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, ο Αρειος Πάγος έκρινε τους εκτελεσθέντες αθώους, ανοίγοντας και κλείνοντας μαζί το τελευταίο επεισόδιο του Εθνικού Διχασμού. Από τότε, ο Αλέκος Λεβίδης επισκέπτεται την εκκλησία της Αναστάσεως στο Γουδί, τον τόπο εκτέλεσης των έξι.

H «ψευδοαλήθεια»

«Δεν θα έλεγα ότι ζούμε τώρα έναν εθνικό διχασμό, αλλά ο τρόπος που συμπεριφέρονται οι πολιτικοί μας ένθεν κακείθεν είναι λίγο ακραίος όταν υπάρχουν πραγματικά προβλήματα, όπως αυτό της Τουρκίας και το θέμα των Σκοπίων. Είναι η μονοκόμματη ψευδοαλήθεια που μαθαίνουμε και μας γίνεται βίωμα», σημειώνει. Πριν από τα γεγονότα της Μικράς Ασίας, ο Χατζανέστης δοκιμάστηκε από τον θάνατο της συζύγου του. Η μεγάλη του θλίψη την οποία ξεπέρασε αργότερα δημιούργησαν τη μυθολογία, όπως λέει ο Αλέκος Λεβίδης, για τα ψυχολογικά προβλήματα που δήθεν αντιμετώπιζε ο παππούς του. Με έναν τρόπο, όμως, εκεί που η Ιστορία συναντά τη ζωή, τα γεγονότα που διαμόρφωσαν την ιστορία των προγόνων χάρισαν στον ίδιο από νωρίς μια επαφή με την τέχνη και την κουλτούρα γενικότερα.

«Νομίζω εξοικειώθηκα μικρός με πράγματα που άλλοι τα γνωρίζουν σε μεγαλύτερες ηλικίες και αυτό με βοήθησε. Οι γονείς μου ήταν ανοιχτοί στο θέμα της τέχνης, δεν με εμπόδισαν να ασχοληθώ. Δεν πίστευαν όμως ότι αυτό μπορεί να γίνει επάγγελμα. Εγώ, όμως, είχα άλλη άποψη. Δεν πιστεύω στο ουρανοκατέβατο ταλέντο. Αυτό που σε κάνει ζωγράφο, ποιητή ή κάτι άλλο είναι το να ψάχνεσαι, να σκέφτεσαι, να αναλύεις τον εαυτό σου και να δουλεύεις. Αυτό έρχεται σιγά σιγά».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ