ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι επενδυτές ανησυχούν λόγω ιταλικών εκλογών

REUTERS

Ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός της Ιταλίας Πάολο Τζεντιλόνι, απευθυνόμενος στον Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, με αφορμή της δηλώσεις του τελευταίου περί «χειρότερου σεναρίου», δήλωσε ότι «τον διαβεβαιώνω πως, σε κάθε περίπτωση, θα υπάρξει συνέχεια στο κράτος».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιταλία

Το κόστος δανεισμού για το ιταλικό Δημόσιο σημείωσε τη μεγαλύτερη εβδομαδιαία άνοδο από τις αρχές του έτους, λόγω της νευρικότητας που επικρατεί για το αποτέλεσμα των εθνικών εκλογών στις 4 Μαρτίου, ιδιαίτερα μετά τα προχθεσινά σχόλια του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ. Την Πέμπτη, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είπε σε εκδήλωση του Κέντρου Ευρωπαϊκών Πολιτικών Σπουδών πως η Ε.Ε πρέπει να είναι έτοιμη για το «χειρότερο σενάριο» στην Ιταλία, μιλώντας για πιθανές διακυμάνσεις των αγορών μετά τις εκλογές. Μέσα σε μία μέρα, η διαφορά αποδόσεων μεταξύ του 10ετούς γερμανικού και του ιταλικού ομολόγου διευρύνθηκε από τις 134 στις 138 μονάδες βάσης, αντανακλώντας την άμεση σχεδόν επίδραση των σχολίων Γιούνκερ στις αγορές. Αμεση, όμως, ήταν και η αντίδραση του υπηρεσιακού πρωθυπουργού της Ιταλίας Πάολο Τζεντιλόνι, ο οποίος προσπάθησε να κατευνάσει τις ανησυχίες των επενδυτών για επιδείνωση της οικονομίας, αν μετά τις εκλογές δεν προκύψει σταθερή κυβέρνηση.

Αναφερόμενος στον κ. Γιούνκερ, ο κ. Τζεντιλόνι είπε στο πλαίσιο τηλεοπτικής εκπομπής ότι «τον διαβεβαιώνω πως σε κάθε περίπτωση θα υπάρξει συνέχεια στο κράτος». «Αυτές οι εκλογές δεν αποτελούν άλμα στο κενό», προσέθεσε ο κ. Τζεντιλόνι, τονίζοντας ότι είναι πολύ σημαντικό να μη χαθούν όσα έχει επιτύχει μέχρι σήμερα η ιταλική οικονομία.

Μέχρι και πριν από μία εβδομάδα τα πράγματα ήταν ήρεμα στις αγορές δημόσιου χρέους της Ιταλίας, παρά τον προβληματισμό που επικρατεί για το αποτέλεσμα των εκλογών. Παρότι η οικονομία βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης τα τελευταία 14 τρίμηνα, οι Ιταλοί είναι δυσαρεστημένοι, διότι η ανεργία παραμένει υψηλή, η προσωρινή εργασία απειλεί να υπερισχύσει της μόνιμης στις νέες θέσεις εργασίας και εξακολουθεί να είναι δύσκολη η πρόσβαση σε κεφάλαια κίνησης, εξαιτίας του μακροχρόνιου προβλήματος των κόκκινων δανείων στις τράπεζες.

Αυτά τα στοιχεία έχουν ενισχύσει τον ευρωσκεπτικισμό και κυρίως τα λαϊκιστικά κόμματα, όπως το Κίνημα των Πέντε Αστέρων και τη Λέγκα του Βορρά. Παρότι τα κόμματα έχουν χαμηλώσει τους τόνους σε αυτήν την εκλογική αντιπαράθεση, όλοι οι υποψήφιοι δίνουν υποσχέσεις για περικοπές στη φορολογία ή για αύξηση των παροχών σε όποιους βρίσκονται σε μειονεκτική θέση. Ομως τα περιθώρια ελιγμών είναι στενά σε μια οικονομία που πρέπει να κάνει αυστηρή δημοσιονομική διαχείριση, δεδομένου του υψηλού χρέους της.

Η Ιταλία παρουσιάζει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωζώνη μετά την Ελλάδα, φθάνοντας το 133% του ΑΕΠ. Η Ιταλία, όμως, είναι η υπ’ αριθμόν 3 οικονομία της Ευρωζώνης μετά τη Γερμανία και τη Γαλλία. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις οδηγούν σε προβλέψεις για ένα ασαφές εκλογικό αποτέλεσμα, όπου κανένα κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων δεν θα αποκτήσει την απαιτούμενη πλειοψηφία για να σχηματίσει κυβέρνηση. Παρά την επίδραση των δηλώσεων Γιούνκερ, «οι επενδυτές θα παρακολουθούν με πολλή προσοχή τις πολιτικές εξελίξεις το επόμενο χρονικό διάστημα», σχολίασε ο Κρίστοφερ Ρίγκερ, στρατηγικός αναλυτής στην Commezbank.

Αύξηση παγκοσμίου χρέους

Το ονομαστικό ύψους του παγκοσμίου δημοσίου χρέους θα αυξηθεί σε επίπεδο ρεκόρ τρίτη συνεχόμενη χρονιά το 2018, διότι οι κυβερνήσεις σκοπεύουν να δανειστούν περίπου 7,4 τρισ. δολάρια φέτος, προειδοποιεί ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης S&P Global. Οι ΗΠΑ υπολογίζεται ότι θα δανειστούν περίπου το ένα τρίτο του συνολικού ποσού και μαζί με την Ιαπωνία θα δανειστούν λίγο περισσότερο από 3,7 τρισ. δολάρια. Η τρίτη χώρα με τη μεγαλύτερη έκδοση ομολόγων αναμένεται να είναι η Κίνα, που θα αναζητήσει περίπου 700 δισ. δολάρια από τις αγορές. Ιταλία, Γαλλία και Βραζιλία προβλέπεται να εκδώσουν ομόλογα 180 δισ. δολαρίων η καθεμία. «Στις χώρες που ανήκουν στην ομάδα του G-7 αναλογεί περίπου το 70% της παγκόσμιας έκδοσης ομολόγων», αναφέρει η S&P Global στην έκθεσή της. Αναλύοντας τον δανεισμό ανά ήπειρο και περιοχή, οι χώρες της Ασίας και του Ειρηνικού Ωκεανού αναμένεται να εκδώσουν περίπου το 40% των νέων ομολόγων, συνολικού ύψους 2,9 τρισ. δολαρίων, με την Ιαπωνία να εκδίδει τα περισσότερα και να ακολουθούν αρκετά πίσω η Κίνα και η Ινδία. Οι χώρες της Βορείου Αμερικής ακολουθούν με το 34% της συνολικής έκδοσης και οι χώρες της Ευρώπης (συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας) με το 18%.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ