ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι επιπτώσεις των υψηλών επιτοκίων

JONATHAN CABLE / REUTERS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας συνεχίζεται και το 2018. Πέραν τούτου, όμως, διατυπώνονται προβλέψεις για σκλήρυνση της νομισματικής πολιτικής και αύξηση του κόστους δανεισμού, κάτι το οποίο οδηγεί σε ύφεση και εν συνεχεία σε κραδασμούς στο οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες, όπως η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed), η Τράπεζα της Βρετανίας και η Τράπεζα του Καναδά, έχουν αυξήσει τα επιτόκιά τους. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οδεύει προς τη σταδιακή ολοκλήρωση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης. Μέχρι στιγμής, αυτές οι τράπεζες δεν δείχνουν πρόθυμες να επιταχύνουν το βήμα τους, αλλά αφήνουν ακόμα ανοικτές τις κάνουλες για να υπάρχει ροή ρευστού στην οικονομία και να αναθερμάνουν τον πληθωρισμό, ο οποίος παραμένει επί πολλά χρόνια σε χαμηλά επίπεδα. Επιπλέον, θέλουν να στηρίξουν την ανάπτυξη. «Ο κίνδυνος που ελλοχεύει είναι να καταλήξουμε να δημιουργούμε “φούσκες” και αυτές να αποδεικνύονται πολύ καταστροφικότερες σε βάθος χρόνου».

Αν, όμως, αυξήσουν το κόστος δανεισμού, είτε πολύ γρήγορα είτε πολύ άμεσα, υπάρχει ο κίνδυνος να ανακόψουν τη συγχρονισμένη ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας. Η ανάπτυξη αυτή ικανοποιεί τους κεντρικούς τραπεζίτες, τους πολιτικούς αλλά και τους χιλιάδες ανέργους, οι οποίοι, επιτέλους, επανέρχονται στην αγορά εργασίας. Τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και πολλές άλλες χώρες στον κόσμο απολαμβάνουν οικονομική ανάπτυξη με ρυθμούς που ξεπερνούν κατά πολύ τον μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας. Σε πρόσφατη έκθεσή τους, οικονομολόγοι της HSBC ανέφεραν ότι σε τέτοιες συνθήκες οι νομισματικοί και χρηματοπιστωτικοί κίνδυνοι αυξάνονται. Συγκεκριμένα, αναφέρουν ότι «η ταυτόχρονη ανάπτυξη των επιμέρους οικονομιών παρατηρείται είτε στην αρχική φάση ανάκαμψης μετά την ύφεση, στα χρόνια ακριβώς πριν από την επόμενη ύφεση, είτε πριν από κάποιου είδους κραδασμό στο χρηματοπιστωτικό σύστημα».

Κατά περίπτωση, ορισμένοι αναλυτές έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά ακριβείς στις εκτιμήσεις τους, αλλά συνολικά οι οικονομολόγοι ως ομάδα αποτυγχάνουν σταθερά να προβλέψουν πότε θα επέλθει ύφεση. «Η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας επιταχύνεται από το 2016 και μετά και αναμένεται να συνεχιστεί με αυτόν τον βηματισμό φέτος και του χρόνου», δήλωνε τον Ιανουάριο στο Νταβός η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κριστίν Λαγκάρντ. Εν τω μεταξύ, στη διάρκεια της περασμένης χρονιάς, τα διεθνή χρηματιστήρια έσπαγαν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Εντούτοις, η φετινή χρονιά ξεκίνησε γι’ αυτά με επεισοδιακό τρόπο. «Η πρόσφατη αναταραχή μάς δίνει μια πρόγευση του τι πρόκειται να γίνει, όταν πλέον η στήριξη των επενδυτικών προϊόντων δεν θα θεωρείται δεδομένη από τις κεντρικές τράπεζες», αναφέρουν σε έκθεσή τους οι οικονομολόγοι της Alliance Bernstein.

Πάντως, το 23% των επενδυτών πιστεύει ότι ένας σοβαρός κίνδυνος για τις αγορές θα ήταν ένα λάθος στην πολιτική είτε της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ είτε της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως αποτυπώνεται σε σχετική έρευνα της Bank of America - Merrill Lynch.

Είναι σχεδόν σίγουρο ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα αυξήσει τρεις φορές το κόστος δανεισμού το 2018, όπως έχει η ίδια προβλέψει. Ωστόσο, ορισμένα στελέχη της προβληματίζονται λόγω του χαμηλού πληθωρισμού, που απορρέει από τους μισθούς και τις υποτονικές πιέσεις των τιμών συνολικά. Αναλυτές προβλέπουν, επίσης, πως η Τράπεζα της Αγγλίας θα αυξήσει το κόστος δανεισμού τον Μάιο, δηλαδή νωρίτερα απ’ ό,τι αρχικά αναμενόταν. Τέλος, όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, θα περάσει αρκετός καιρός μέχρι να κάνει κάτι αντίστοιχο, αλλά το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης αναμένεται να το ολοκληρώσει πριν από το τέλος του 2018.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ