ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Προστατευτισμός και ανταγωνιστικότητα

ΠΑΝΟΣ ΛΩΛΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μ​​ία από τις σημαντικότερες πτυχές της παγκοσμιοποίησης σχετίζεται με την ελεύθερη διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών. Τεχνολογικά αυτό πλέον είναι σαφώς ευκολότερο σε σχέση με το παρελθόν, αλλά ο κυριότερος παράγοντας που επηρεάζει την ελεύθερη διακίνηση των αγαθών είναι η σταδιακή άρση της αντίληψης του προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο. Απτή έκφραση του προστατευτισμού ήταν και παραμένει η δασμολογική πολιτική που καθιστά τα εισαγόμενα αγαθά λιγότερο ανταγωνιστικά υπέρ των εγχώριων.

Η ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) το 1995 ως συνέχεια της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT) έχει αμβλύνει σταδιακά τις πολιτικές προστατευτισμού των κρατών με στόχο τη διευκόλυνση –μεταξύ των άλλων– του παγκοσμίου εμπορίου προς όφελος της διεθνούς κοινότητας. Η ένταξη στον ΠΟΕ συνεπάγεται υποχρεώσεις βάσει των οποίων η δυνατότητα δασμολογικών ή άλλων παρεμβατισμών μειώνεται, αλλά δεν εκλείπει εντελώς, με συνέπεια να οικοδομείται σε κάθε περίπτωση μια αρχιτεκτονική που υπόκειται σε σαφείς ρυθμιστικούς κανόνες.

Η άρση της λογικής του προστατευτισμού διακρίνεται από θετικές και αρνητικές συνέπειες για τα οικονομικά συμφέροντα των κρατών. Σε τοπικό επίπεδο υπάρχουν συχνά αρνητικές συνέπειες στην απασχόληση ειδικά σε κλάδους της οικονομίας όπου δεν έχουν υπάρξει επενδύσεις με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας, τη μείωση του κόστους και την ανάπτυξη των προϊόντων. Σε εθνικό επίπεδο, όμως, τα οφέλη ειδικά για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες είναι σαφώς περισσότερα, αφού αφενός προσφέρεται η δυνατότητα πρόσβασης σε αγορές μεγαλύτερου μεγέθους και αφετέρου προκαλούνται άμεσα πιέσεις που εξαναγκάζουν τις επιχειρήσεις να υιοθετήσουν νέα πρότυπα λειτουργίας καθιστάμενες πιο ανταγωνιστικές. Οι κυριότερες όμως συνέπειες της άμβλυνσης του προστατευτισμού είναι η μείωση του κόστους, η βελτίωση της ποιότητας και η διαφοροποίηση στα αγαθά που τίθενται διαθέσιμα για τους καταναλωτές με μειωμένο εισόδημα. Αυτό διαπιστώθηκε ιδιαίτερα στην Ελλάδα μετά την πλήρη ένταξή μας στην ΕΟΚ το 1981.

Ο προστατευτισμός στο διεθνές εμπόριο δεν συνδέεται βέβαια αποκλειστικά με τη δασμολογική πολιτική ή τις τελωνειακές διατυπώσεις. Πολύ συχνά η νομισματική πολιτική είναι συγκεκαλυμμένη έκφραση προστατευτισμού, κάτι που έχει αναδειχθεί ιδιαίτερα ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Κίνα μετά την ένταξη της τελευταίας στον ΠΟΕ το 2001. Συνεπώς, ο προστατευτισμός είναι στρατηγική στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού, ο οποίος εκπορεύεται από πολύ διαφορετικές μεταξύ τους αφετηρίες όπως οικονομικές, πολιτικές, ιδεολογικές ή ακόμη και θρησκευτικές. Η μείωση του προστατευτισμού πάντως διευκολύνει τη μείωση των ένοπλων συγκρούσεων, κάτι που προωθεί τις συνθήκες ευημερίας των εθνών.

Η Ε.Ε. προειδοποίησε πρόσφατα τις ΗΠΑ για το ενδεχόμενο αντίδρασης μέσω κυρώσεων εξαιτίας της ανάπτυξης προστατευτικών πολιτικών τους μέσω θέσπισης δασμών με την αιτιολογία υιοθέτησης αθέμιτων πρακτικών τύπου dumping. Παράδειγμα τέτοιας πολιτικής είναι η απόφαση για τους ηλιακούς συλλέκτες ευρωπαϊκής προελεύσεως, ενώ η Ε.Ε. αντιμετωπίζει την ενδεχόμενη απειλή αντίστοιχης αντιμετώπισης προϊόντων αλουμινίου και χάλυβα. Την ίδια στιγμή, η Κίνα αντιμετωπίζεται συχνά ως χώρα που υιοθετεί πρακτικές dumping στο εξαγωγικό της εμπόριο, ενώ υιοθετεί πολιτικές προστατευτισμού που αντίκεινται στους κανόνες του ΠΟΕ όπως καταφάνηκε πριν από 3 χρόνια σε μια περίπτωση που εκδικάστηκε στο πλαίσιο του ΠΟΕ, δικαιώνοντας την Ε.Ε. Τέλος, η Τουρκία ανήκει στις κατεξοχήν χώρες που συστηματικά αξιοποιεί αυτές τις πρακτικές εις όφελος των εγχώριων επιχειρήσεών της ακόμη και κατά των συμφερόντων χωρών με τις οποίες έχει ειδικό καθεστώς τελωνειακής συνδέσεως και υπερεθνικών οργανισμών των οποίων διεκδικεί πλήρη ένταξη όπως η Ε.Ε. Φυσικά η συζήτηση για τη συμφωνία ελεύθερης ζώνης εμπορίου μεταξύ Βορείου Αμερικής και Ε.Ε. (TAFTA) έχει τεθεί σε αδράνεια χωρίς αξιόλογες προοπτικές.

Ο ελληνικός πρωτογενής και δευτερογενής τομέας παραγωγής διαθέτει μια ευρεία ασπίδα προστασίας στο πλαίσιο αυτού του ιδιότυπου διεθνούς ανταγωνισμού που είναι η πλήρης τελωνειακή ένωση της Ε.Ε. είτε σε ρυθμιστικό είτε σε νομισματικό πλαίσιο. Η ελληνική οικονομία, με εξαίρεση την κλωστοϋφαντουργία, και αυτό για συγκεκριμένους λόγους, δεν διαθέτει προϊόντα τα οποία επλήγησαν σημαντικά από τη μείωση του προστατευτισμού, ενώ όσον αφορά τα αγροτικά προϊόντα η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) έθεσε σημαντικό περιθώριο προσαρμογής σε ένα νέο περιβάλλον. Η ανάπτυξη δε του τομέα παροχής υπηρεσιών λιανικής στηρίχθηκε ακριβώς σε αυτή την άμβλυνση του προστατευτισμού που οδήγησε στη μείωση του κόστους των εισαγόμενων αγαθών, ενώ κατέστησε την εξαγωγή εγχώριων προϊόντων ευχερέστερη.

*Ο κ. Π. Λώλος είναι μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Παραγωγής – Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ