ΕΛΛΑΔΑ

Οταν η χούντα απέλυε δικαστικούς

ΣΠΥΡΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ*

Το κτίριο της Βουλής των Ελλήνων εν αιχμαλωσία από τα τεθωρακισμένα των κινηματιών το πρωί της 21ης Απριλίου 1967. Η ταπείνωση της χούντας αρχίζει.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Βρισκόμαστε στο 1968. Εχει περάσει ήδη ένας χρόνος από την επιβολή της δικτατορίας και έτσι λοιπόν αυτή έχει διαμορφώσει άποψη για το ποιοι είναι οι δικαστικοί εκείνοι, οι οποίοι δεν «συνεργάζονται» με το καθεστώς. Ο τρόπος με τον οποίο η δικτατορία θα απαλλαγεί από τους «ενοχλητικούς» δικαστές που τιμούν τον όρκο τους είναι γνωστός και αποτελεί μια διαχρονική τακτική όλων των ανώμαλων περιόδων της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας: Εκδίδεται η ΚΔ΄ συντακτική πράξη της 28-5-1968 «περί εξυγιάνσεως της Τακτικής Δικαιοσύνης», με την οποία για τρεις ημέρες αναστέλλεται η ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών.

Μέσα στις τρεις αυτές ημέρες και με βασιλικό διάταγμα ύστερα από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου «κατόπιν ερεύνης των περί τούτων στοιχείων», απολύονται όσοι δικαστές «δεν κέκτηνται το απαιτούμενον διά την άσκησιν του λειτουργήματός των ηθικό κύρος» ή όσοι «δεν εμφορούνται υπό υγιών κοινωνικών αρχών». Απολύονται επίσης οι δικαστές «εάν η καθόλου εν τη κοινωνία ή τω Δικαστικώ Σώματι συμπεριφορά των δεν δύναται να θεωρηθή ως συμβιβαζομένη προς τα καθήκοντα και την αξιοπρέπειαν του λειτουργήματός των, με αποτέλεσμα την μείωσιν του κύρους των μεταξύ των συναδέλφων των και των πολιτών».

Με τόσο αόριστες διατυπώσεις, είναι προφανές ότι μπορεί να απολυθεί οποιοσδήποτε δικαστής δεν είναι αρεστός στη δικτατορία. Και πράγματι μέσα σε τρεις ημέρες διώχθηκαν από το δικαστικό σώμα τριάντα δικαστές.

Εμβληματική διατύπωση αποφάσεων του ΣτΕ

Το ενδιαφέρον δεν εντοπίζεται στις διώξεις αυτές καθαυτές, αφού οι εκκαθαρίσεις στον κρατικό μηχανισμό αποτελούν «σταθερά» κάθε δικτατορικού καθεστώτος. Η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή της ιστορίας αρχίζει μετά τις απολύσεις: Παρά το γεγονός ότι η ΚΔ΄ συντακτική πράξη όριζε ότι κατά των πράξεων απόλυσης «δεν χωρεί προσφυγή ή αίτησις ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ουδ’ αγωγή επί αποζημιώσει ενώπιον των τακτικών Δικαστηρίων», ορισμένοι από τους απολυθέντες τολμούν να ασκήσουν αίτηση ακύρωσης κατά της απόλυσής τους ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Αρχικώς, οι αιτήσεις αυτές ακύρωσης απορρίπτονται, με αποφάσεις που κάνουν λόγο για κυβέρνηση «προελθούσα εκ της συντελεσθείσης την 21η Απριλίου 1967 υπό εξωσυνταγματικάς συνθήκας πολιτικής μεταβολής και ασκούσα έκτοτε συνεχώς από διετίας την πολιτικήν εξουσίαν καθ’ άπασαν τη χώραν». Οσον αφορά το γεγονός ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στους απολυθέντες δικαστικούς λειτουργούς να εκφράσουν τις απόψεις τους, τέτοια διαδικασία προηγούμενης ακρόασης δεν προβλεπόταν ρητώς αλλά ούτε και εξυπακουόταν από την ΚΔ΄ συντακτική πράξη: «Τοιούτος δε όρος ουδ’ ως εξυπακουόμενος υπό των διατάξεων της εν λόγω συντακτικής πράξεως δύναται να θεωρηθή, διότι η αυτόθι θεσπιζομένη τριήμερος μόνον διάρκεια της αναστολής της δικαστικής ισοβιότητος είναι περιωρισμένη χρονικώς επί τοσούτον, ώστε ν’ αποκλείεται η εντός της βραχυτάτης ταύτης προθεσμίας ακρόασις, ήτις είναι αναποσπάστως συνδεδεμένη προς ειδικήν διαδικασίαν, περιλαμβάνουσαν κλήτευσιν, επί αποδείξει, τάξιν ευλόγου χρόνου προς απάντησιν και δικαίωμα του ενδιαφερομένου, όπως λάβη γνώσιν των σχετικών στοιχείων»

Στη συνέχεια, όμως, το Συμβούλιο της Επικρατείας μεταβάλλει τη θέση του και ακυρώνει τις πράξεις απόλυσης, με το σκεπτικό ότι δεν τηρήθηκε το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης. Η διατύπωση των αποφάσεων (ΣτΕ 1811-1831/1969) παραμένει έως σήμερα εμβληματική: Η πράξη απόλυσης των δικαστικών λειτουργών έχει «πειθαρχικήν χροιάν, ης ένεκα κατ’ εξοχήν επιβάλλεται η ακρόασις». Και τούτο διότι «το δικαίωμα ακροάσεως παντός κρινομένου προσώπου, αποτελεί γενικωτέραν και θεμελιώδη αρχήν του δικαίου, διασφαλίζουσα το στοιχειώδες δικαίωμα υπερασπίσεως, και εφαρμοστέαν κατ’ αρχήν εν πάση ευνομουμένη Πολιτεία». Οσον αφορά το «πραγματιστικό» επιχείρημα των προγενέστερων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το οποίο δεν ήταν εκ των πραγμάτων δυνατή η άσκηση του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης εντός του βραχύτατου χρονικού διαστήματος των τριών ημερών, το Δικαστήριο τονίζει: «Τέλος, η βραχεία προθεσμία της αναστολής της δικαστικής ισοβιότητος δεν αποτελεί πρόσκομμα εις τη λύσιν ταύτην διότι και εντός της προθεσμίας ταύτης θα ήτο δυνατή κατά την κρίσιν του δικαστηρίου τούτου, η πραγματοποίησις μιας απλής έστω ακροάσεως, ιδία εάν αύτη περιωρίζετο εις εκείνα μόνο τα πρόσωπα, καθ’ ων προέκυψαν κατ’ αρχήν επιβαρυντικά στοιχεία».

Αποφάσεις-ορόσημο

Οι αποφάσεις αυτές αποτελούν ορόσημο στη συνταγματική μας ιστορία για δύο, κυρίως, λόγους: Πρώτον, «έσωσαν την τιμή» του δικαστικού σώματος, ένα μεγάλο τμήμα του οποίου είτε ανέχθηκε τη δικτατορία είτε και συνεργάστηκε ενεργά με αυτήν. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ο πρωθυπουργός και έξι υπουργοί της πρώτης δικτατορικής κυβέρνησης προέρχονταν από τον Αρειο Πάγο. Και, δεύτερον, αποτέλεσαν τη βάση για μια πολύ σημαντική συνταγματική εξέλιξη, τη ρητή συνταγματική κατοχύρωση του θεμελιώδους δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης. Αληθεύει βέβαια ότι το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης πρέπει να αποτελεί συστατικό στοιχείο κάθε δικαιοκρατούμενης έννομης τάξης, οι δε βάσεις του απαντώνται ήδη στην αρχαία Ελλάδα. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τον όρο των Ηλιαστών («και ακροάσομαι του τε κατηγόρου και του απολογουμένου ομοίως αμφοίν») και την τραγωδία του Ευριπίδη «Ηρακλείδαι» («τις αν δίκειν κρίνοιεν… πριν αμφοίν μύθον εκμάθη σαφώς»). Παρ’ όλα ταύτα, το θεμελιώδες δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης δεν κατοχυρωνόταν ρητώς στα Συντάγματα. Υστερα όμως από τη νομολογία αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας, η υποχρέωση προηγούμενης ακρόασης του διοικουμένου κατοχυρώθηκε πλέον ρητώς στο άρθρο 20 παράγραφος 2 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975 («Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του»).

Η τιμωρία των δικαστών που δεν φοβήθηκαν

Οι ανωτέρω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας έφεραν τα ονόματα του προέδρου του Δικαστηρίου, Μιχαήλ Στασινόπουλου, και είκοσι δύο ακόμη συμβούλων και παρέδρων και εξόργισαν, όπως ήταν αναμενόμενο, το δικτατορικό καθεστώς. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, διαστρέφοντας κάθε έννοια των λέξεων, χαρακτήρισε τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας ως «πρωτοφανή εις τα παγκόσμια δικαστικά χρονικά εκτροπήν εκ των αρχών της νομιμότητας». Ακόμη όμως πιο χαρακτηριστικό είναι ότι δημοσιεύθηκε διάταγμα αποδοχής της παραίτησης του Μιχαήλ Στασινόπουλου, την οποία όμως ο πρόεδρος του Συμβουλίου της

Επικρατείας ουδέποτε είχε υποβάλει. Ακολούθησαν εννέα ακόμη «παραιτήσεις» μελών του Δικαστηρίου.

Απέμενε, ωστόσο, μία ακόμη ενέργεια για να κατασταλεί πλήρως η «ανταρσία» του Συμβουλίου της Επικρατείας και να εξαλειφθούν οι συνέπειες από την ακύρωση των απολύσεων των δικαστών: Εκδόθηκε νομοθετικό διάταγμα (ν.δ. 228/1969), το οποίο ακύρωνε όσες δικαστικές αποφάσεις δικαίωναν απολυμένους δικαστικούς λειτουργούς με την ακόλουθη διατύπωση: «Αποφάσεις οιουδήποτε δικαστηρίου, εκδοθείσαι επί αντικειμένου εξαιρεθέντος της δικαιοδοσίας αυτού [όπως ήταν οι πράξεις απόλυσης των δικαστικών λειτουργών σύμφωνα με την ΚΔ΄ συντακτική πράξη του 1968], είναι ανυπόστατοι και δεν εκτελούνται». Το νομοθετικό αυτό διάταγμα, «επιτομή» της κατάλυσης κάθε έννοιας δικαστικής ανεξαρτησίας και διάκρισης των λειτουργιών, κρίθηκε δυστυχώς νόμιμο από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ένα χρόνο μετά (Α.Π. 496/1970). Η επάνοδος στην κανονικότητα του δικτατορικού καθεστώτος είχε πλέον ολοκληρωθεί.

* Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ