ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Οψεις ανελευθερίας στη «νέα» πραγματικότητα του Ερντογάν

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΑΛΑΚΟΥΡΑ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το ταξί μου φτάνει στην είσοδο της πανεπιστημιούπολης, στην ευρύτερη περιοχή της Αγκυρας. Οταν το είχα πρωτοεπισκεφθεί, πριν από περίπου 30 χρόνια, οι φρουροί έκαναν περιπολίες με πολυβόλα: το πανεπιστήμιο βίωνε ακόμα τις συνέπειες του πραξικοπήματος της δεκαετίας του ’80. Τα πολυβόλα αποσύρθηκαν πριν από καιρό, αλλά ακόμα μου ζητείται να δείξω ένα έγγραφο ταυτότητας στο σημείο ελέγχου· ευτυχώς το όνομά μου βρίσκεται στη λίστα και μας επιτρέπουν να περάσουμε.

Ο συνάδελφός μου με χαιρετά θερμά και πηγαίνουμε για μεσημεριανό (φρέσκο και θαυμάσιο, ακόμα και στην καντίνα του πανεπιστημίου). Γνωρίζω για τους περιορισμούς στα τουρκικά ΜΜΕ και μου έχει κάνει εντύπωση, στις λίγες μέρες που βρίσκομαι στην Τουρκία, η εθνικιστική έξαρση που έχει κυριεύσει τη χώρα με αφορμή τη στρατιωτική επέμβαση στο Αφρίν (η συμπλοκή με την Ελλάδα ρίχνει κι αυτή λάδι στις εθνικιστικές φλόγες, αλλά μόνο για μια δυο μέρες).

Ο φίλος μου είναι διεθνώς αναγνωρισμένος ειδικός στη Συρία. Τον ρωτώ αν μπορεί, αποφεύγοντας την κριτική στην κυβέρνηση, να δημοσιεύσει αναλύσεις της επί τόπου κατάστασης. Μου απαντά ότι είναι υπερβολικά ριψοκίνδυνο, καθώς, αυτές τις μέρες, αν δεν στηρίζει κανείς την κυβέρνηση θεωρείται ότι είναι εναντίον της. Τον πιστεύω. Είναι μία ζωτική και άφοβη προσωπικότητα, που δεν τείνει στην υπερβολή. Μου αναφέρει μία ιστορία που κυκλοφορεί: αν κάποιος ειδικός μιλήσει στην τηλεόραση υπέρ της κυβερνητικής πολιτικής, είναι πιθανό να δεχθεί ευχαριστήριο τηλεφώνημα από το υπουργείο Εξωτερικών.

Ερχεται στην παρέα μας μία άλλη συνάδελφος, η οποία δικάζεται για συνωμοσία κατάλυσης της συνταγματικής τάξης (το πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016). Τα στοιχεία εναντίον της είναι τα άρθρα που δημοσίευσε σε εφημερίδα προσκείμενη στο κίνημα Γκιουλέν κάποια χρόνια πριν από το πραξικόπημα. Κατηγορείται ότι υποβοήθησε τους πραξικοπηματίες μέσω της «χειραγώγησης της κοινής γνώμης» (algi operasyonu), που είναι σήμερα μία από τις αγαπημένες έννοιες του AKP. Το πανεπιστήμιο έχει καταφέρει να την κρατήσει ως μέλος του διδακτικού προσωπικού και εξακολουθεί να διδάσκει, αλλά φυσικά προτιμά να ζει κάτω από τα ραντάρ. Με συστήνουν σε έναν ακόμα συνάδελφο, του οποίου η γυναίκα, όπως με ενημερώνουν, είναι άνεργη γιατί το πανεπιστήμιό της έκλεισε λόγω των σχέσεών του με το κίνημα Γκιουλέν.

Μιλάμε για τα του σιναφιού μας. Περιγράφουν –και, ως συνήθως, δυσκολεύομαι να κατανοήσω– τα περίπλοκα γραφειοκρατικά δεσμά που συνδέουν το πανεπιστήμιο με το Ανώτατο Εκπαιδευτικό Συμβούλιο (Yuksek Ogretim Kurulu, YOK). Το σώμα αυτό συστάθηκε λίγο μετά το 1980 από το στρατιωτικό καθεστώς για να καταστήσει πιο συγκεντρωτικό το σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης (η έγκρισή του απαιτείται για μια σειρά εσωτερικών αποφάσεων των ιδρυμάτων). Εξακολουθεί να είναι μία χρήσιμη δομή για τον έλεγχο απείθαρχων ακαδημαϊκών – αν και, πλέον, διοικείται από στελέχη διορισμένα από το AKP. Οι πρυτάνεις των πανεπιστημίων διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Θεωρητικά, επιλέγει από μία λίστα προτίμησης που έχει βασιστεί στις ψήφους των μελών ΔΕΠ. Η λίστα αυτή, όμως, αυξανόμενα αγνοείται.

Η διάλεξή μου πηγαίνει καλά: το θέμα μου είναι αρκετά ιστορικής φύσης και όλοι δείχνουν ευγνώμονες που συμμετέχουν σε μία ακαδημαϊκή συζήτηση. Είναι μία γεύση κανονικότητας, της ζωής που είχαν πριν η σημερινή κατάσταση κατακλύσει τις σκέψεις τους.

Την επόμενη μέρα φεύγω για μία προγραμματισμένη επίσκεψη στο Εσκισεχίρ. Αναχωρώ από τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό στα βόρεια της Αγκυρας. Νόμιζα ότι θα το έχω συνηθίσει, αλλά μένω ξανά έκπληκτη: ο απαστράπτων σταθμός κάνει πολλούς στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου κατοικώ, να μοιάζουν φτωχοί συγγενείς. (Ενας φίλος μου θύμισε ότι έγινε επίθεση αυτοκτονίας εκεί τον Οκτώβριο του 2015 με περισσότερους από 100 νεκρούς, αλλά δεν βλέπω κάποιο σχετικό μνημείο και το βγάζω από το μυαλό μου. Με καθησυχάζει η ιδιαίτερα έντονη παρουσία των δυνάμεων ασφαλείας.)

Η «ταχεία» που με πηγαίνει στο Εσκισεχίρ σε μία ώρα και 35 λεπτά είναι σε άριστη κατάσταση, αν και το wifi είναι αδύναμο. Πιστεύω ότι έχω ταυτοποιήσει τη θέση της γυναίκας που κάθεται δίπλα μου στον κοινωνιολογικό χάρτη της χώρας –είναι στην έβδομη δεκαετία της ζωής της, χωρίς μακιγιάζ και φοράει μία μαντίλα με παραδοσιακά σχέδια– αλλά εκπλήσσομαι όταν βγάζει από την τσάντα το iphone της.

Στο Εσκισεχίρ με προϋπαντά ένας ακόμα συνάδελφος. Δεν τον ξέρω καλά αλλά σύντομα ακούω μία γνώριμη ιστορία: η οικογένειά του είναι Κούρδοι και Ζάζα, αλλά μετακόμισαν από το Ντιγιάρμπακιρ, στα νοτιοανατολικά, στα δυτικά της χώρας πριν γεννηθεί, ώστε ο πατέρας του να γίνει δημόσιος υπάλληλος. Ο φίλος μου πρόσφατα διορίστηκε σε ένα από τα πανεπιστήμια αυτής της ζωντανής, γεμάτης νεολαία κωμόπολης, και είναι χαρούμενος που βρίσκεται εδώ· αλλά επίσης ανησυχεί. Κυκλοφορούν πολλές φήμες και έχει κληθεί στο γραφείο του πρύτανη για να εξηγήσει τις συχνές επισκέψεις του στο εξωτερικό. Προσπαθεί να εξηγήσει ότι η δουλειά του περιλαμβάνει τη συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια. Μου λέει ότι προσπαθεί να προσεγγίσει ζητήματα όπως η ταυτότητα και η διαφορετικότητα με τους φοιτητές του, αλλά με ήπιο τρόπο. Ακούγεται ότι υπάρχουν φοιτητές που καταδίδουν τους καθηγητές τους· μπορεί να μην ισχύει, αλλά είναι πιο ασφαλές να σιωπά. Δεν μιλάει πολύ για την κουρδική και Ζάζα καταγωγή του.

Το Εσκισεχίρ μπορεί να είναι καλύτερο από πολλά άλλα μέρη. Πρόσφατες ακαδημαϊκές έρευνες δείχνουν ότι υπάρχει πολύ βαθιά πόλωση στην Τουρκία. Η καχυποψία και η έλλειψη ανεκτικότητας διχάζει Τούρκους και Κούρδους, αλλά και τους οπαδούς και τους αντιπάλους του AKP και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (κάποιοι υποστηρικτές του Ερντογάν, ωστόσο, δεν είναι τόσο φανατισμένοι). Οι πολιτικές διαιρέσεις έχουν παρεισφρήσει σε πολλές πτυχές της κοινωνικής ζωής, από τους δισταγμούς γονέων να αφήσουν τα παιδιά τους να κάνουν παρέα με παιδιά του «άλλου στρατοπέδου» ως την απροθυμία να δοθεί η συγκατάθεση για γάμους ή για επαγγελματική συνεργασία.

Υπάρχουν επίσης αναφορές για ομάδες που οργανώνονται και προετοιμάζονται για τη χρήση βίας. Πολιτικά, η συμμαχία μεταξύ του AKP και του εθνικιστικού MHP τα τελευταία δύο χρόνια έχει εδραιώσει μία σκληρή εθνικιστική ρητορική που, όπως συνήθως, βαθαίνει περαιτέρω τον κοινωνικό διχασμό, παρότι ισχυρίζεται ότι ενώνει την κοινωνία. Φαίνεται ότι όλα τα κακά του παρελθόντος έρχονται να συνυπάρξουν με αυτά της «νέας» Τουρκίας, χωρίς να διαφαίνεται κάποιο αίσιο τέλος στον ορίζοντα.

* Η κ. Κατερίνα Δαλακούρα είναι καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στο London School of Economics.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ