ΚΟΣΜΟΣ

Η δημοσιογραφία και οι άβολες αλήθειες

ΜΠΡΕΤ ΣΤΙΒΕΝΣ* / THE NEW YORK TIMES

Σκηνή από την ταινία «Τhe Post», που υπενθυμίζει την αξία της δημοσιογραφίας σε μια εποχή που βάλλεται πανταχόθεν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η δημοσιογραφία, από τη φύση της, πρέπει να ανταποκρίνεται στο κοινό της, να συντονίζεται με τα ενδιαφέροντά του, να έχει αίσθηση του γούστου του και να παρακολουθεί πώς εξελίσσεται. Αν δεν το κάνει αυτό, ένας ειδησεογραφικός οργανισμός –και πολύ περισσότερο ένας αρχισυντάκτης, ένας ρεπόρτερ ή ένας αρθρογράφος– δεν θα καταφέρει να επιβιώσει. Ταυτοχρόνως, η δημοσιογραφία είναι τόσο καλή όσο οι αναγνώστες της. Η ευφυής κάλυψη της επικαιρότητας προϋποθέτει ευφυείς αναγνώστες, θεατές και ακροατές.

Δεν γίνεται να επενδύσουμε σε εις βάθος ερευνητική δημοσιογραφία για αναγνώστες που ενδιαφέρονται μόνο για τον τίτλο, την πρώτη παράγραφο ή μικρές λίστες. Δεν μπορούμε να πληρώνουμε για τις υπηρεσίες ταλαντούχων λεξιπλαστών και εξειδικευμένων αρχισυντακτών αν όσοι μας διαβάζουν αδιαφορούν για την ποιότητα του γραψίματος. Δεν μπορούμε να συντηρούμε ακριβά γραφεία ξένων ανταποκριτών αν το ακροατήριό μας αδιαφορεί για το τι συμβαίνει στον κόσμο πέρα από τα σύνορά μας. Δεν μπορούμε να προσδοκούμε ότι οι αρθρογράφοι μας θα είναι επαρκώς προκλητικοί αν οι αναγνώστες ακυρώνουν τη συνδρομή τους τη στιγμή που νιώθουν ότι «πυροδοτούνται» από κάποια άποψη που δεν τους αρέσει.

Γενικότερα, δεν μπορούμε να είμαστε οι κηδεμόνες αυτού που μπορείτε να αποκαλέσετε «φιλελεύθερο πολιτισμό» –χρησιμοποιώ τον όρο με την ευρεία, φιλοσοφική του έννοια, όχι τη στενή ιδεολογική που έχει επικρατήσει στις ΗΠΑ– αν οι αναγνώστες μας έχουν αντιφιλελεύθερα ένστικτα, μυαλά χωρίς περιέργεια, μικρή δυνατότητα συγκέντρωσης και ακόμα λιγότερη ανοχή στο διαφορετικό.

Μία εφημερίδα, άλλωστε, δεν πρέπει να είναι μια μορφή πνευματικού comfort food. Δεν είμαστε οργανισμός προώθησης κάποιας ατζέντας, δίκτυο υποστήριξης, ομάδα χειροκροτητών ή Εκκλησία που διαδίδει ένα συγκεκριμένο δόγμα – εκτός από την πίστη στη σκληρή και ανελέητη αμφισβήτηση. Η εξουσία μας πηγάζει από τη διάθεσή μας να αμφισβητούμε την εξουσία, όχι μόνο των κυβερνώντων, αλλά και των κοινών παραδοχών και της συμβατικής σοφίας.

Με άλλα λόγια, αν δεν κάνουμε τους αναγνώστες μας να νιώθουν άβολα κάθε μέρα, δεν κάνουμε σωστά τη δουλειά μας. Υπάρχει ένα παλιό ρητό που λέει ότι ο ρόλος του δημοσιογράφου είναι να πλήττει τους βολεμένους και να παρηγορεί όσους πλήττονται. Το ρητό είναι λάθος. Ο ρόλος του δημοσιογράφου είναι να πλήττει, τελεία και παύλα. Τα νέα είναι κάτι νέο –νέες πληροφορίες, νέες προκλήσεις, νέες ιδέες– και είναι μέρος του νοήματός τους ότι μας αναστατώνουν.

Αυτό είναι καλό πράγμα. Η αναστάτωση και το ξεβόλεμα είναι η μεγάλη κινητήριος δύναμη του κόσμου. Είναι ένα «τσίμπημα» στη συνείδηση, ένα «σκούντημα» στη σκέψη, μια επίπληξη κατά του εφησυχασμού και μια ώθηση προς τη δράση.

Οταν λέω ότι πρέπει να κάνουμε τους αναγνώστες μας να νιώσουν άβολα, δεν εννοώ ότι πρέπει να τους προσβάλλουμε άσκοπα, αν μπορούμε να το αποφύγουμε. Ούτε όμως πρέπει να επιχειρούμε να επιβεβαιώσουμε τις προκαταλήψεις τους, να τροφοδοτούμε το ένα ή το άλλο πολιτικό αφήγημα, να αποκαλύπτουμε τις ατασθαλίες μόνον εκείνων που λατρεύουμε να μισούμε ή να αποφεύγουμε κάποια ζητήματα λόγω του φόβου ότι θα εξοργιστούν οι αναγνώστες – ακόμα κι αν το τίμημα είναι μερικές ακυρωμένες συνδρομές. Ειδικά σε μια εποχή όπου οι συνδρομητές αποτελούν ένα ολοένα αυξανόμενο μερίδιο των εσόδων μας, οι εκδότες θα πρέπει να υψώνουν εξίσου θαρραλέα το ανάστημά τους κατά των περιστασιακών –και συνήθως μη σοβαρών– απειλών μαζικών ακυρώσεων, όπως έκαναν απέναντι στα αιτήματα διαφημιζόμενων τα παλαιότερα χρόνια.

Για να νιώσουν άβολα οι αναγνώστες μας, πρέπει να προβάλλουμε ειδήσεις που υπονομεύουν τις βαθύτερες πεποιθήσεις τους. Υπάρχουν άνθρωποι που πρόσκεινται στη Δεξιά, που δεν τους αρέσει να ακούν ότι η ύπαρξη περισσότερων όπλων συναρτάται θετικά με τις ανθρωποκτονίες, όχι αρνητικά – αλλά αυτό δείχνουν τα στοιχεία.

Ορισμένοι περιβαλλοντολόγοι πιστεύουν ότι οι γενετικά μεταλλαγμένες τροφές κάνουν κακό στην υγεία, αλλά τα επιστημονικά δεδομένα κλίνουν συντριπτικά υπέρ της αντίθετης άποψης.

Η αλήθεια μπορεί να απελευθερώνει, αλλά πρώτα ενοχλεί. Αυτός είναι ο λόγος που η ελευθερία του λόγου απαιτεί συνταγματική προστασία, ειδικά σε μια δημοκρατική κοινωνία. Η ελευθερία του λόγου ίσως είναι το πιο κρίσιμο όχημα για την αποκάλυψη της αλήθειας. Αλλά η αλήθεια, όπως γνωρίζει οποιοσδήποτε έχει έστω και ελάχιστη γνώση της Ιστορίας, σπάνια είναι δημοφιλής στην αρχή.

Μόλις πριν από 50 χρόνια, δεν ήταν καθόλου δημοφιλής η αλήθεια ότι δεν υπήρχε τίποτα αφύσικο στην αγάπη που αναφερόταν με το φρικτό όνομα «επιμειξία». Ανάμεσα σε άλλες μη δημοφιλείς αλήθειες θα μπορούσε να αναφέρει κανείς τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες και τη θεωρία της εξέλιξης.

Αυτές οι αλήθειες μπόρεσαν να κάνουν το ντεμπούτο τους στη δημόσια σφαίρα και σταδιακά έγιναν ευρέως αποδεκτές, υπό την ένοπλη περιφρούρηση της πρώτης τροπολογίας.

Ο ρόλος της κουλτούρας

Αλλά όχι μόνο της πρώτης τροπολογίας. Πέρα από τη νομική προστασία, η ελευθερία του λόγου έχει ευδοκιμήσει στις ΗΠΑ επειδή έχουμε μακροχρόνια πολιτισμική προκατάληψη υπέρ αυτού που ενοχλεί με τις απόψεις του, αυτού που σκαλίζει, αυτού που διαφωνεί, του κοινωνικά εκκεντρικού. Εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, εκδότες, αρχισυντάκτες και παραγωγοί –τουλάχιστον οι πιο πεφωτισμένοι εξ αυτών– έχουν κάνει ό,τι μπορούν για να ακουστούν εναλλακτικές απόψεις. Δεν το κάνουν αυτό επειδή δεν έχουν ισχυρές πεποιθήσεις οι ίδιοι, αλλά εξαιτίας μιας βαθιάς κατανόησης ότι η οξυδερκής παρουσίαση αντικρουόμενων οπτικών μάς κάνει περισσότερο σκεπτόμενους, όχι λιγότερο· και ότι δεν μπορούμε να διαφωνούμε με νοήμονα τρόπο αν δεν έχουμε πρώτα κατανοήσει εις βάθος το θέμα. Το κάνουν επειδή πιστεύουν ότι η κοινωνική πρόοδος εξαρτάται από την περιστασιακή έκφραση εξωφρενικών ιδεών, οι οποίες, εξεταζόμενες πιο προσεκτικά, αποδεικνύεται ότι δεν είναι καθόλου εξωφρενικές. Εμμένουν σταθερά στην πεποίθηση ότι η ώθηση των αναγνωστών εκτός των πολιτικών και ηθικών ζωνών ασφαλείας τους, ακόμα και με τον κίνδυνο να ταραχθούν, κάνει καλό στο μυαλό και στην ψυχή. Τελικά, το κάνουν επειδή δεν θα μπορέσουμε να συντηρήσουμε την κουλτούρα και τους θεσμούς μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχθούμε, όπως το έθεσε ο δικαστής Learned Hand το 1944, ότι το «πνεύμα της ελευθερίας είναι το πνεύμα που δεν είναι πολύ σίγουρο ότι έχει δίκιο» – και που συνεπώς πρέπει να έχει τη διάθεση να ακούσει την άλλη πλευρά.

* Το άρθρο αποτελεί απόσπασμα ομιλίας του κ. Στίβενς στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν την περασμένη Τρίτη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ