Νίκος Μαραντζίδης* ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Στην αυγή της ανελεύθερης ηγεμονίας;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​​Με το θριαμβευτικό πνεύμα της χώρας που αναδείχθηκε παγκόσμια δύναμη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ εξήλθαν από την κατάσταση απομονωτισμού που τις χαρακτήριζε κατά τη δεκαετία του ’30 και μεταβλήθηκαν σε δραστήριο παγκόσμιο παίκτη. Διαμορφωμένοι από ένα ιδεολογικό αμάλγαμα που ένωνε την αμερικανική ιδιαιτερότητα με τις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας, οι Αμερικανοί πολιτικοί έθεσαν ως αποστολή τους την επέκταση της δημοκρατίας και της καπιταλιστικής αγοράς στον μεταπολεμικό κόσμο. Το σχέδιο Μάρσαλ και η ίδρυση του ΝΑΤΟ αποτέλεσαν αναμφισβήτητα τέτοιες επιλογές.

Ο φιλελευθερισμός του Ψυχρού Πολέμου, όπως έμεινε γνωστός, συνιστούσε εκ μέρους των ΗΠΑ μια στρατηγική που συνδύαζε τις δημοκρατικές αξίες της ανοικτής κοινωνίας με τον αντικομμουνισμό και την ευθύνη ανάσχεσής του σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Η σύνδεση δημοκρατικών αξιών με στρατηγικές ασφαλείας δεν υπήρξε πάντα επιτυχημένη. Αντίθετα, οι παρεκκλίσεις και οι ιδεολογικές εκπτώσεις εν ονόματι της ασφάλειας και των στρατηγικών συμφερόντων των ΗΠΑ έδειχναν, από ένα σημείο και έπειτα, να αποτελούν τον κανόνα και όχι την εξαίρεση. Η ανοχή στην ελληνική δικτατορία των ετών 1967-1974 ή η αμερικανική εμπλοκή στη Λατινική Αμερική το ’70 και το ’80 και η υποστήριξη στυγνών και διεφθαρμένων δικτατοριών είναι πλέον ευρέως γνωστές ιστορίες.

Στη μεταψυχροπολεμική εποχή, οι ΗΠΑ επιχείρησαν να συνδέσουν με πιο αρμονικό τρόπο τη διεθνή ασφάλεια με τους οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η ιδέα ήταν απλή: Η παγκοσμιοποίηση, το ελεύθερο εμπόριο και η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των φτωχών ανθρώπων του πρώην κομμουνιστικού μπλοκ και του Τρίτου Κόσμου θα έκαναν τη φιλελεύθερη δημοκρατία περισσότερο ελκυστική, ευκολότερο να εγκαθιδρυθεί και τους κινδύνους εναντίον της να εξασθενήσουν. Τα κλειστά εθνικά τείχη που εμπόδιζαν τον αέρα της δημοκρατίας να εισέλθει θα κατέρρεαν όπως το Τείχος του Βερολίνου. Τη στιγμή που ο παγκόσμιος διπολισμός είχε τελειώσει, το φλέγον ζήτημα ήταν η επέκταση και εδραίωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και ιδιαίτερα εκεί όπου οι συνθήκες ήταν περισσότερο ώριμες από ποτέ: στις πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ευρώπης, στη Ρωσία, στη Λατινική Αμερική αλλά –γιατί όχι;– και αλλού, στη Μέση Ανατολή ή την Αφρική και την Ασία.

Σχεδόν τριάντα χρόνια πέρασαν από την πτώση του Τείχους. Στην ανατολική Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική σημειώθηκε η σπουδαιότερη πρόοδος. Χώρες με κομμουνιστικές ή στρατιωτικές δικτατορίες, μερικές από αυτές σχεδόν κτηνώδεις, έκαναν τεράστια άλματα στον τομέα της Δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Οικονομικά, αν και δεν πέτυχαν να κλείσει εντελώς το χάσμα που τους χώριζε από τα ανεπτυγμένα κράτη της Δύσης, εντούτοις κάλυψαν ένα μεγάλο μέρος της απόστασης. Χώρες όπως η Τσεχία και η Σλοβενία ξεπέρασαν σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ την Ελλάδα, ενώ η Ουρουγουάη μάς πλησίασε.

Εντούτοις, η σημερινή εικόνα δεν ενθουσιάζει. Οι χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, με την εξαίρεση των βαλτικών κρατών, ταλαντεύονται μεταξύ διεφθαρμένων ασταθών δημοκρατιών και ανοικτών δικτατοριών. Η Κίνα δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για τη Δημοκρατία. Η Ρωσία κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια να γίνει μια ημι-δικτατορία με ενεργότερο διεθνή ρόλο και επεκτατική διάθεση. Το ίδιο και η Τουρκία. Στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική επικρατεί χάος.

Σε πρόσφατο άρθρο του στο περιοδικό Foreign Affairs με τον χαρακτηριστικό τίτλο «The rise of the illiberal hegemony», ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΜΙΤ Μπάρι Πόζεν υποστηρίζει πως βρισκόμαστε στο τέλος της φιλελεύθερης ηγεμονίας και αυτό αποτυπώνεται στις διεθνείς επιλογές του Τραμπ. Σε αντίθεση με τη διαδεδομένη πεποίθηση πως ο Τραμπ θα επέστρεφε τις ΗΠΑ στον απομονωτισμό, ο Πόζεν ισχυρίζεται πως η εξωτερική πολιτική Τραμπ είναι δραστήρια. Η βασική διαφορά της σε σύγκριση με το παρελθόν είναι πως στερείται ιδεολογικής πυξίδας. Της είναι αδιάφορες (για να μην πούμε εχθρικές) οι φιλελεύθερες και δημοκρατικές αξίες που διαμόρφωσαν την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ τα προηγούμενα χρόνια. Οι ΗΠΑ αδιαφορούν σήμερα για την προάσπιση της δημοκρατίας στον κόσμο, σε κάποιο βαθμό και επειδή τα αποτελέσματα δεν ήταν τα προσδοκώμενα.

Το πιο ανησυχητικό είναι πως αυτή η στροφή αντανακλά μετατόπιση προς αντιφιλελεύθερες, εθνικολαϊκιστικές και αυταρχικές επιλογές της ίδιας της διακυβέρνησης Τραμπ όπως και πολλών άλλων κρατών, μεταξύ αυτών και εταίρων των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ (Τουρκία, Πολωνία, Ουγγαρία). Οι φιλελεύθερες αξίες χάνουν τη γοητεία τους διεθνώς και αυταρχικοί ηγέτες κερδίζουν σε δημοφιλία στην παγκόσμια σκηνή. Ο συσχετισμός δύναμης δείχνει να γέρνει προς τον αυταρχισμό.

Η στροφή προς τον εθνικιστικό αυταρχισμό και τον εθνικολαϊκισμό είναι για πολλούς λόγους επικίνδυνη για το αύριο του πλανήτη. Τα κλειστά σύνορα και η αύξηση των εξοπλισμών δεν υπόσχονται τίποτε καλό. Η Ευρωπαϊκή Ενωση, που αποτελεί μια όαση φιλελεύθερης δημοκρατίας, σταθερότητας και οικονομικής ευμάρειας, όχι μόνο πρέπει να διαφυλαχθεί, αλλά οφείλει να ενισχύσει τον παγκόσμιο ρόλο της τα επόμενα χρόνια.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ