ΚΟΣΜΟΣ

Μ. Ραμίρεζ: «Είναι πλέον καιρός να πω την ιστορία μου»

ΝΙΚΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ

Οι «ονειροπόλοι» δεν πρέπει να σταματούν να ονειρεύονται και να εμπνέουν, μιλώντας, τους άλλους, λέει η Μαρία Ραμίρεζ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Μαρία Ραμίρεζ ζει μια στερεότυπη εκδοχή του αμερικανικού ονείρου. Διαχειρίζεται δύο κλινικές χημειοθεραπείας στο φημισμένο Πανεπιστήμιο του Γέιλ και μένει με τον σύζυγο και τα δύο παιδιά της σε ένα υπέροχο λευκό σπίτι με καταπράσινο κήπο, από αυτά που συναντά κανείς στην πολιτεία του Κονέκτικατ. Ωστόσο, αρκετά συχνά η Μαρία ξεσπά σε κλάματα από φόβο πως θα χάσει εν μια νυκτί όλα όσα έχει χτίσει στη ζωή της. Και αυτό γιατί η Μαρία ανήκε, μέχρι πριν από λίγους μήνες, στους «ονειροπόλους»: τα τέσσερα εκατομμύρια μεταναστών που κατέφθασαν στις ΗΠΑ ως ανήλικοι, δίχως νομικό πλαίσιο ή επίσημη μεταναστευτική ιδιότητα και οι οποίοι απειλούνται την επόμενη εβδομάδα με άμεση απέλαση.

«Φτάσαμε στις ΗΠΑ το 2000, προσπαθώντας να βρούμε καταφύγιο από την κλιμάκωση της πολιτικής βίας στην Κολομβία. Ενα πρωινό ξυπνήσαμε από τον εκκωφαντικό ήχο των τζαμιών του σπιτιού μας που έγιναν θρύψαλα λόγω μιας βόμβας που εξερράγη στο διπλανό τετράγωνο», μας διηγείται με τρεμάμενη φωνή η Μαρία. «Ηταν το τελικό πλήγμα για τη μητέρα μου, η οποία δεν μπορούσε πλέον να εγγυηθεί την ασφάλειά μας και αποφάσισε να ζητήσει άσυλο στις ΗΠΑ». Υστερα από την αίτηση ασύλου, η Μαρία και η οικογένειά της αντιμετώπισαν μια περίπλοκη γραφειοκρατική διαδικασία που τους κράτησε για χρόνια σε αβεβαιότητα. Ωστόσο, παρά την κατάσταση αναμονής, η προσαρμογή για τη Μαρία ήταν άμεση, καθώς έπιασε κατευθείαν δουλειά ως νταντά για μια οικογένεια που έμενε κοντά τους. «Ο στόχος μου ήταν να εξοικονομήσω αρκετά χρήματα ώστε να καταφέρω να πάω στο πανεπιστήμιο, και με το πτυχίο μου να χτίσω μια νέα ζωή στο καινούργιο μας σπίτι».

Μερικά χρόνια αργότερα, ο γραφειοκρατικός εφιάλτης για την οικογένεια Ραμίρεζ κορυφώθηκε. Η αίτηση ασύλου επεστράφη με απόρριψη και –χειρότερο όλων– στη γραπτή ετυμηγορία η Μαρία συνειδητοποίησε πως οι Αρχές δεν την είχαν συμπεριλάβει ποτέ στην υπόθεση. «Λόγω κάποιου λάθους της γραφειοκρατίας, στα μάτια του κράτους δεν είχα υπάρξει ποτέ στις ΗΠΑ. Ημουν ένα φάντασμα». Την κρίσιμη εκείνη στιγμή, η μητέρα τής Μαρίας αποφάσισε να διασχίσει τα σύνορα του Καναδά με τα πόδια, ζητώντας άσυλο στη γειτονική χώρα. Η Μαρία αποφάσισε να επιμείνει στην επιδίωξη του αμερικανικού ονείρου. «Χρησιμοποιώντας όλα τα χρήματα που είχα αποταμιεύσει, γράφτηκα σε ένα τοπικό πανεπιστήμιο και ξεκίνησα τις σπουδές μου. Ισως ήμουν πεισματάρα, αλλά δεν ήθελα να αφήσω πίσω όλα τα χρόνια της σκληρής μου δουλειάς», αναφέρει. Ωστόσο, η επιμονή της είχε ένα σκληρό τίμημα – καθώς δεν μπορούσε πλέον να περάσει τα σύνορα, δεν θα έβλεπε ξανά τη μητέρα της για τα επόμενα επτά χρόνια.

Περιπέτειες παντού

Οι περιπέτειες της Μαρίας δεν σταμάτησαν ούτε στο πανεπιστήμιο. Τον πρώτο μόλις μήνα των σπουδών της, έμαθε πως τρία από τα μέλη της οικογένειάς της είχαν διαγνωστεί με καρκίνο και, καθώς η ίδια ήταν εγκλωβισμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν μπορούσε να τους επισκεφθεί στο νοσοκομείο. «Επρεπε να πω αντίο στον πατέρα μου τηλεφωνικώς, ακούγοντας την τελευταία του πνοή από το ακουστικό», περιγράφει με μεγάλη συγκίνηση. Ωστόσο, για μία ακόμη φορά η ιστορία της φανέρωσε την επιμονή του ανθρώπινου πνεύματος. «Παραδόξως, κάθε στεναχώρια που περνούσα ενίσχυε την απόφασή μου να μείνω, δίνοντάς μου βαθύτερο σκοπό. Λόγω των περιπετειών της οικογένειάς μου με τον καρκίνο, αποφάσισα να ακολουθήσω ένα πτυχίο νοσηλευτικής. Δούλευα ασταμάτητα ενόσω φοιτούσα και μόνη μου πυξίδα ήταν η εικόνα των νοσηλευτών που μεριμνούσαν για την οικογένειά μου όσο εγώ βρισκόμουν μακριά».

Τα επόμενα χρόνια επρόκειτο να ανταμείψουν τη Μαρία για την επιμονή και το αλτρουιστικό της όνειρο. Επειτα από έναν συμβιβαστικό γάμο με τον συγκάτοικό της, κατάφερε να «νομιμοποιηθεί» στα μάτια του κράτους, λίγες μέρες πριν από την αποφοίτηση και να λάβει την άδεια άσκησης επαγγέλματος που τόσο επιθυμούσε. Δούλεψε σκληρά ως νοσηλεύτρια για δέκα ολόκληρα χρόνια, ανεβαίνοντας σταδιακά την επαγγελματική πυραμίδα μέχρι να φτάσει να διευθύνει της φημισμένες κλινικές στο Γέιλ. Και μόλις πριν από λίγους μήνες έλαβε και επίσημα την άδεια παραμονής της, τερματίζοντας την αβεβαιότητα που την απασχολούσε όσο βρισκόταν σε στάτους «ονειροπόλου».

«Δεν σταμάτησα ούτε μέρα να εργάζομαι για την επιβίωσή μου, και δεν εκμεταλλεύθηκα ποτέ τίποτα από το κράτος», δηλώνει παθιασμένα η Μαρία. «Και γνωρίζω πολύ καλά πως δεν είμαι η μόνη. Η ρητορική τού Τραμπ πως οι παράνομοι μετανάστες στραγγίζουν τις κρατικές παροχές από το κράτος είναι μια απλούστευση, ένας εύκολος λαϊκισμός». Παρότι η ξενοφοβία των ημερών εξακολουθεί να προκαλεί ανησυχία στη Μαρία, η ίδια δηλώνει πως θέλει να ξεπεράσει τις φόβους της και να καταφέρει να νιώσει περήφανη για τη ζωή που έχτισε με επιμονή. «Αποφάσισα πως είναι πλέον καιρός να μιλήσω, να μοιραστώ την ιστορία μου και να εμπνεύσω και άλλους με παρόμοιες εμπειρίες. Εμείς οι ονειροπόλοι δεν πρέπει να σταματάμε να ονειρευόμαστε».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ