ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ηλιόλουστο πρωινό σε ένα μικρό γήπεδο των νοτίων προαστίων, δύο βήματα από τη θάλασσα. Η εικόνα, ειδυλλιακά κυριακάτικη. Είκοσι δύο πιτσιρίκια 6-7 ετών τρέχουν πίσω από μια μπάλα ποδοσφαίρου, προσπαθώντας αδέξια να «κοντρολάρουν» τις κινήσεις τους. Ξαφνικά, τον ήχο των παιδικών φωνών διακόπτει βίαια μια βαριά, ενήλικη: «Αν σε ξαναπεράσει, κόψ’ του τα πόδια!» ξελαρυγγιάζεται έξαλλος ένας πατέρας που κοντεύει να «βουτήξει» μέσα στο χορτάρι για να επιπλήξει τον γιο του, ο οποίος «τόλμησε» να αφήσει έναν αντίπαλο να τον περάσει. Ο μπόμπιρας τον κοιτά παγωμένος, όπως και οι περισσότεροι γονείς στην εξέδρα. Κάποιοι γελούν αμήχανα, άλλοι δεν αντιδρούν καν.

Αν και ανήκει σε άλλον χώρο, αυτόν του μπάσκετ, ο Γιώργος Καλαϊτζής, τεχνικός στις ακαδημίες του Παναθηναϊκού (PAO BC Academy) αλλά και περιφερειακός προπονητής της Ενωσης Σωματείων Καλαθοσφαίρισης Αττικής (ΕΣΚΑ), έχει ζήσει στο πετσί του δεκάδες ανάλογα σκηνικά. Στις αρχές του περασμένου χρόνου, άλλωστε, με ένα αιχμηρό και ιδιαίτερα θαρραλέο κείμενο στην ιστοσελίδα της Ενωσης, που έκανε τον γύρο του Διαδικτύου, δεν «μάσησε» τα λόγια του. Σε αυτό έκανε λόγο, μεταξύ άλλων, για «γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους σαν επιχείρηση», αλλά και «για παιδιά που αντί να χαρούν αυτό που κάνουν περιμένουν το νεύμα του ατζέντη για να χαμογελάσουν ή να κλάψουν». «Σε κάθε τουρνουά, σε κάθε αγώνα, παιδιά αντί να παίζουν, σκέφτονται. Σκέφτονται ότι, αν χάσουν το σουτ, αν κάνουν λάθος, δεν θα είναι καλοί, δεν θα πάρουν μεταγραφή και δεν θα παίξουν στην εθνική ομάδα. Ετσι, το όνειρο του μπαμπά και της μαμάς να καμαρώσουν τον γιο τους σαν τον Διαμαντίδη ή τον Σπανούλη, αλλά και να αμείβονται όπως αυτοί, καταστρέφεται», τόνιζε χαρακτηριστικά.

Εναν χρόνο μετά...

Τι έχει αλλάξει έναν χρόνο μετά; Οπως σημειώνει ο ίδιος στην «Κ», «αν και ο αντίκτυπος δεν μπορεί να είναι μετρήσιμος, υπήρξε ένας προβληματισμός, και αυτό αποτελεί ένα πρώτο βήμα». Ωστόσο, συνεχίζει, παθογένειες όπως το γεγονός ότι πολλά παιδιά 12 ή 13 ετών εκπροσωπούνται από γραφεία μάνατζερ, δύσκολα θα εκλείψουν. «Οι γονείς είναι οι βασικοί υπεύθυνοι γι’ αυτό, αλλά και οι προπονητές σίγουρα δεν είναι άμοιροι ευθυνών», συμπληρώνει. O ίδιος, άλλωστε, παρότι παγκόσμιος πρωταθλητής με την εθνική εφήβων το 1995, δηλαδή στα 19 του, δεν απέκτησε ατζέντη παρά μόνο έναν χρόνο αργότερα, κι αυτό για να λύσει οικονομικής φύσεως διένεξη στην ομάδα που τότε αγωνιζόταν. «Εκείνη την εποχή», υπογραμμίζει, «η εκπροσώπηση των παικτών, σε όλες τις ηλικίες, είχε βασικά νομικό υπόβαθρο. Σήμερα, στις μικρές ηλικίες, μιλάμε κυρίως για καθαρούς “ντιλαδόρους”».

Εκτός όμως του παιδαγωγικού παράγοντα, η εκπροσώπηση ανήλικων καλαθοσφαιριστών από ατζέντηδες, αν και τυπικά νόμιμη με τη μορφή που τελικά συναντάται, εγείρει σημαντικά ερωτήματα ως προς την ηθικότητά της. Οπως εξηγεί, άλλωστε, στην «Κ» ο νομικός σύμβουλος της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καλαθοσφαίρισης, Γιώργος Κόνιαρης, βάσει νόμου που έχει επικυρώσει και η Παγκόσμια Ομοσπονδία (FIBA), απαγορεύεται στην Ελλάδα η εκπροσώπηση αθλητών μπάσκετ κάτω των 18 ετών. Αυτό, ωστόσο, ποτέ δεν αποτέλεσε εμπόδιο για τους κηδεμόνες των νεαρών από το να υπογράφουν ιδιωτικά συμφωνητικά με μάνατζερ, οι οποίοι αναλαμβάνουν την εκπροσώπηση των παικτών, φυσικά με το αζημίωτο, θέτοντας μάλιστα πολλές φορές και ρήτρες που, αν παραβιαστούν, προβλέπουν αποζημιώσεις.

Νόμιμο και ηθικό

«Πρόκειται για μια πρακτική, η οποία, αν και τύποις νόμιμη, ο σκοπός της τείνει να αποτελέσει παράκαμψη της διάταξης που απαγορεύει την εκπροσώπηση των αθλητών», αναφέρει ο κ. Κόνιαρης και προσθέτει: «Είναι αυτό που λέμε, κάθε νομική πράξη δεν είναι και ηθική, ενώ μπορεί να είναι τύποις νόμιμη».

«Ο ρόλος των γονέων δεν είναι να φτιάξουν κάτι τέλειο»

Το ερώτημα που τίθεται, αυτονόητο. Τι ωθεί τους γονείς στο να βάλουν στη ζωή των παιδιών τους την επιπρόσθετη πίεση ενός μάνατζερ, σε μια ηλικία που ακόμη εξελίσσονται και θα έπρεπε βασική προτεραιότητά τους να είναι να απολαμβάνουν αυτό που κάνουν;

Εδώ εγείρεται το ζήτημα της «εικονικής πραγματικότητας», αναφέρει στην «Κ» ο αθλητικός ψυχολόγος του PAO BC Academy, Μάνος Τσαγκαράκης, εξηγώντας: «Προσπαθούν καθημερινά υπό ένα άγχος επιτυχίας, με τον φόβο ότι οι ίδιοι αλλά και τα παιδιά δεν είναι άριστα. Μέσα σε όλο αυτό το κομμάτι τής... τρέλας, εμφανίζεται ένας άνθρωπος που τους περνά το μήνυμα ότι όλα πάνε καλά, ότι πρέπει να συνεχίσουν στο ίδιο μοτίβο και ότι τα καλύτερα έρχονται, επιβραβεύοντάς τους ουσιαστικά για όλη αυτή την αγωνία, ενώ θα έπρεπε να συμβεί το αντίθετο. Να τους υποδειχθεί δηλαδή ότι αυτή η νοοτροπία είναι στρεβλή, λανθασμένη και εντέλει έχει αποτέλεσμα αντίθετο από το επιθυμητό. Εκεί πρέπει οι ίδιοι οι γονείς να θέσουν όρια στον εαυτό τους, να καταλάβουν ότι έχουν να κάνουν με παιδιά, δηλαδή με άτομα που ακόμη μαθαίνουν».

Οπως περιγράφει, μάλιστα, δεν είναι σπάνια, γενικότερα στον χώρο, περιστατικά νέων αθλητών που, υπό την πίεση που υφίστανται, προσεγγίζουν τον αθλητικό ψυχολόγο με την πρόθεση να τα παρατήσουν. Αυτό, όπως αναφέρει, δεν συμβαίνει μόνο στα πρώτα στάδια της εφηβείας, αλλά ακόμη και σε ηλικίες 16 και 17 ετών. Σε νεαρούς δηλαδή που σκέφτονται σοβαρά να πετάξουν στα σκουπίδια σκληρή δουλειά ετών.

«Σύγκρουση ρόλων»

«Το μήνυμα που πρέπει να περάσει στους γονείς είναι ότι ο ρόλος τους δεν είναι να φτιάξουν κάτι τέλειο. Πολλές φορές, όταν νιώθουμε ανασφάλεια για κάτι, θέλουμε να κάνουμε όλο και περισσότερα πράγματα γι’ αυτό. Δυστυχώς, αυτός είναι ο κανόνας και στους γονείς. Θέλουν να είναι γονείς, εκπαιδευτές, δάσκαλοι και προπονητές, κάτι το οποίο δεν είναι εφικτό. Πρόκειται για μια σαφή περίπτωση σύγκρουσης ρόλων και στο τέλος χάνονται όλοι οι ρόλοι, μεταξύ τους και ο πιο σημαντικός: αυτός του γονέα. Ερχονται γονείς με τον προβληματισμό ότι το παιδί τους δεν έχει αυτοπεποίθηση. Και τους απαντώ: είστε διατεθειμένοι να κάνετε ένα βήμα πίσω, για να κάνει το παιδί ένα βήμα μπροστά;», συμπληρώνει.

«Κάτι αλλάζει»

Παρότι, όπως υπογραμμίζει ο κ. Τσαγκαράκης, είναι σύνηθες το φαινόμενο οι γονείς να αντιδρούν όταν αντιλαμβάνονται ότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το παιδί ουσιαστικά «αντανακλά» δικές τους συμπεριφορές και νοοτροπίες, ο ίδιος «βλέπει» πολύ μεγάλη εξέλιξη στους Ελληνες γονείς, ως προς την αποδοχή του ρόλου του αθλητικού ψυχολόγου. Παράλληλα, κάνει λόγο και για ιδιαίτερα ενθαρρυντική στάση και από την πλευρά των νέων αθλητών, που εμφανίζονται διατεθειμένοι, κάποιες ημέρες, αντί να προπονηθούν, να εστιάσουν στο ψυχολογικό κομμάτι, μιλώντας γι’ αυτά που τους προβληματίζουν.

«Στην αρχή τους φαινόταν καινούργιο, άλλωστε μιλάμε για μια διαδικασία που στην Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ παρθένο στάδιο. Βλέπω, όμως, με μεγάλη χαρά, πολλούς γονείς να επιζητούν το να μαθαίνουν οι ίδιοι. Θέλουν να ξέρουν πώς πρέπει να συμπεριφέρονται και να εξελίσσονται. Δεν θα μπουν στη διαδικασία τού “θα απαντήσω εγώ στο παιδί μου για κάτι που δεν ξέρω, παίζοντας κορώνα - γράμματα με όποιο κόστος”. Είναι ένα μήνυμα πολύ αισιόδοξο και ένα παράδειγμα του ότι θα πρέπει να βλέπουμε τον χρόνο σαν κάτι θετικό. Πρέπει να σταματήσουμε να βιαζόμαστε και να επενδύουμε περισσότερο στην προσπάθεια των παιδιών και στις σχέσεις τους με τους προπονητές. Να επενδύουμε, σε τελική ανάλυση, σε αυτό που διαλέξαμε», καταλήγει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ