Πριν από λίγο καιρό ο Λάρι Φινκ, ο διευθύνων σύμβουλος της, αμερικανικής BlackRock, που αποτελεί τον μεγαλύτερο θεσμικό επενδυτή του κόσμου και διαχειρίζεται κεφάλαια 6 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, έκανε μία πρωτοφανή στα χρονικά δήλωση.

Προειδοποίησε τους επιχειρηματικούς κολοσσούς πως είναι έτοιμος να διακόψει τις επενδύσεις σε αυτούς, εάν δεν μεριμνήσουν όχι μόνον για την κερδοφορία τους, αλλά και για το ποιός είναι ο αντίκτυπος στην κοινωνία και το περιβάλλον από τις δραστηριότητες τους.

Αν δεν γνωρίζουν πως να το κάνουν, μπορούν να αποταθούν στην Ελσι Μέϊο, η οποία επί δυο δεκαετίες και πλέον προσφέρει τις πολύτιμες συμβουλές της σε πάμπολλες εταιρείες, τράπεζες και κυβερνήσεις εντός και εκτός ΗΠΑ (ΙΒΜ Corporate, Triodos Bank, SustainAbility Ltd, τις κρατικές αρχές στις Βερμούδες κ.λπ.) και επινόησε το σύστημα SoulBranding℠ System.

Αυτό λειτουργεί ως ένα αμοιβαία επωφελές μοντέλο με τον συγκερασμό των υψηλών επιδόσεων των επιχειρηματικών ομίλων με τον κοινωνικό τους ρόλο, εναρμονίζοντας τη συμπεριφορά και τις πρακτικές των στελεχών με τις ηθικές αξίες της εταιρείας.

Iδρυσε και διοικεί την εταιρεία συμβούλων επιχειρήσεων Ηumanity και το Ινστιτούτο SoulBranding Institute. Εχει γράψει και έχει μιλήσει πολύ για την κοινωνική υπευθυνότητα των εταιρειών, έχει λάβει διακρίσεις για την δουλειά της και έχει διαδραματίσει ρόλο μέντορα για άλλους επιχειρηματίες.

Συμμετέχει στην Συμβουλευτική Επιτροπή Στρατηγικής της εταιρείας ΜΜΕ, Εthical Markets, που προωθεί τις αξίες της πράσινης και δίκαιης οικονομίας. Διετέλεσε μεταξύ άλλων και μέλος της Συμμαχίας Κοινωνικά Υπεύθυνων Επιχειρήσεων Νέας Υόρκης, της Διεθνούς Συμβουλευτικής Επιτροπής τους Διεθνούς Δικτύου Γυναικών κ.α. Σύμφωνα με τον θεμελιωτή του μοντέρνου μάρκετινγκ, Φιλ Κότλερ, η Ελσι Μέϊο είναι «γκουρού των εταιρικών αξιών», βοηθώντας τους ομίλους, που νοιάζονται για το μέλλον της κοινωνίας και της γης, να εφαρμόσουν στην πράξη έναν κώδικα υπεύθυνης συμπεριφοράς.

«Στην δεκαετία του 1960 έγινε διάσημο αυτό το ρητό του Μίλτον Φρίντμαν ότι “αποκλειστικό έργο των επιχειρήσεων είναι το επιχειρείν, δηλαδή τα κέρδη» (businesses’s business is business)», επισήμανε η κ. Μέϊο, σε αποκλειστική της συνέντευξη στην «Κ».

Βρέθηκε στην Αθήνα, την οποία υπεραγαπά, και μίλησε ως προσκεκλημένη της Επιτροπής Women in Business του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου. «Πηγαίνοντας πιο πέρα το επιχείρημα αυτό, λοιπόν, εάν το μόνο, που απασχολεί μία επιχείρηση, είναι η μεγιστοποίηση των κερδών της, τότε είναι αποδεκτό να υποδύεται ότι ενδιαφέρεται για το καλό των ανθρώπων και τις ανάγκες της κοινωνίας. Eτσι πορεύονται για χρόνια οι εταιρείες και τα στελέχη τους πληρώνονται αδρά, όταν φέρνουν τα επιθυμητά αποτελέσματα, σωρεύοντας πλούτο και δημιουργώντας ανισότητα. Αυτό έχει διαμορφώσει αυτήν την δυσπιστία απέναντι στις επιχειρήσεις. Σήμερα, όμως, οι άνθρωποι στις ΗΠΑ αφυπνίζονται και αντιδρούν. Συνειδητοποιούν ότι το αμερικανικό όνειρο είναι ένα ψέμα και βασίζεται στην ανισότητα».


Από αριστερά: Γεωργία Καρτσάνη, διευθύνουσα συμβουλος, Sargia Partners,
Αναστασία Σιδέρη, πρόεδρος της επιτροπής Women in Business του Ελληνοαμερικανικου Εμπορικού Επιμελητηρίου, Ελσι Μέϊο και Γκέρτυ Φίλη, leadership coach, Sargia Partners.

Το όνειρο το έζησε ως ένα βαθμό και η ίδια. Ξεκινώντας να εργάζεται διαδοχικά στον επενδυτικό οίκο της Smith Barney, στο περιοδικό Institutional Investor Magazine και στον όμιλο συμβούλων επιχειρήσεων της McKinsey και έχοντας όλες τις υλικές απολαβές(που δίνουν σάρκα και οστά σε αυτό το όνειρο: ακριβό αυτοκίνητο, διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη και θερινή κατοικία στα Χάμπτονς). Δεν αρκούσαν όμως, να δώσουν απάντηση σε ένα φλέγον ερώτημα.

«Μια μέρα ξύπνησα, με την εικόνα μου από τα χρόνια του σχολείου, όταν τα Χριστούγεννα συγκεντρώναμε χρήματα για τα φτωχά παιδιά. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί υπάρχουν φτωχά παιδιά και στην ενήλική μου ζωή το ερώτημα παρέμενε αναπάντητο», μας λέει η κ. Μάϊο.

Και αυτό πυροδότησε τη στροφή στην σταδιοδρομία της. Αποχώρησε προσωρινά από την Νέα Υόρκη, πούλησε το σπίτι στα Χάμπτονς και κατέφυγε στη Σαντα Φε στο Νέο Μεξικό, να απομονωθεί και να μπορέσει να διατυπώσει μία νέα προσέγγιση  της κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων σε άρρηκτη σύνδεση με την ίδια τους την ταυτότητα, την ψυχή τους, την κερδοφορία και την βιωσιμότητά τους.

«Κατά την εξέλιξή μας και την πραγμάτωσή μας ως ανθρώπινα όντα είναι αναγκαίο να θέτουμε ερωτήσεις και να αναζητούμε απαντήσεις, όπως έκανε και ο Σωκράτης. Να σκεφτόμαστε τι σημαίνει είμαι πολίτης του παγκόσμιου Δήμου – άλλωστε, τα ωραία μυαλά δημιουργούν ωραίες ερωτήσεις και το αντίστροφο», προσθέτει.

Τα παιδιά και το μέλλον

Μία καίρια συνάντηση εκείνην την περίοδο στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ήταν με τον Αμερικανό αρχιτέκτονα Γουίλιαμ Μακντόνα, σκαπανέα του βιώσιμου σχεδιασμού κτιρίων, αντικειμένων και πόλεων. «Παραδεχθήκαμε και οι δύο πως το μείζον ερώτημα για όλους εμάς τους ενήλικες είναι το «ποιος θα αγαπήσει τα παιδιά και θα φροντίσει το μέλλον τους». Τότε ο Γουίλιαμ Μακντόνα είχε σχεδιάσει το εσωτερικό ενός αεροσκάφους, το οποίο ήταν πλήρως βρώσιμο. Δηλαδή, μετά το πέρας της χρήσης του δεν θα μετατρεπόταν σε σκουπίδια ούτε θα άφηνε κάποιο υπόλειμμα στη γη. Αυτή ήταν η δική του απάντηση», μας διευκρινίζει η Ελσι Μέϊο. Η επόμενη ερώτησή μας έρχεται σχεδόν αυθόρμητα. Αρα οι επιχειρήσεις πρέπει να λειτουργούν με οικολογικά κριτήρια και να φροντίζουν ταυτόχρονα για την κερδοφορία τους;

«Ζούμε στην καλύτερη εποχή για να περάσουμε από το ‘’εγώ’’ στο ‘’εμείς’’. Οι επιχειρήσεις θα ωφεληθούν σε όλα τα επίπεδα, εάν αντιληφθούν πως διαβιούμε σε έναν κόσμο αλληλένδετων υποσυστημάτων, εάν αποκτήσουν μια ολιστική προσέγγιση, εντάξουν τον εαυτό τους, τους εργαζόμενους, τους καταναλωτές, τους προμηθευτές τους και τις δραστηριότητές τους μέσα στο συνολικό οικοσύστημα της ανθρωπότητας και του πλανήτη», επισημαίνει η Αμερικανίδα επιχειρηματίας. «Αφενός θα έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, αφετέρου θα μειώσουν το επενδυτικό ρίσκο. Οσες εταιρείες δεν το έκαναν, όπως εκείνες στον κλάδο του γαιάνθρακα, πέρασαν στην προϊστορία. Πώς μπορεί, λόγου χάριν, μία επιχείρηση, που παράγει αναψυκτικά, να μην ασχοληθεί με τους υδάτινους πόρους και την διατήρησή τους ή με το κόστος της ενέργειας, που απαιτείται για την παραγωγή των προϊόντων της;». Υπό το πρίσμα αυτό, είναι πολύ σημαντικό και το πώς οι άνθρωποι και οι κοινότητές τους προσλαμβάνουν την δράση μίας εταιρείας και ανταποκρίνονται σε αυτήν ή την απορρίπτουν. «Σε πρόσφατη έρευνα έγινε φανερό ότι η γενιά των μιλένιαλ, δηλαδή όσων γεννήθηκαν το διάστημα 1985-2000, θέλουν να εργαστούν για εταιρείες, οι οποίες είναι κοινωνικά υπεύθυνες και περιβαλλοντικά ευαισθητοποιημένες στην πράξη», προσθέτει η Ελσι Μέϊο.

Μία επιχείρηση συνειδητά ενταγμένη στο ευρύτερο οικοσύστημα σημαίνει ότι σε όλο το εύρος και το βάθος των δραστηριοτήτων της διαχειρίζεται με τρόπο βιώσιμο τους φυσικούς και οικονομικούς πόρους, περιορίζει το ανθρακικό της αποτύπωμα, ανακυκλώνει και επαναχρησιμοποιεί, σέβεται τους καταναλωτές και τους προμηθευτές της, προάγει τον διάλογο, επιτρέπει στους εργαζόμενούς  της να εκφράζουν την άποψή τους χωρίς κυρώσεις, τους μεταχειρίζεται ισότιμα, δεν κάνει διακρίσεις λόγω φύλου, χρώματος ή σεξουαλικού προσανατολισμού και δίνει ίδιες αμοιβές, φροντίζοντας παράλληλα για ισοδύναμη συμμετοχή των γυναικών στους μηχανισμούς της. «Το θέμα της διαφοράς στις αμοιβές ανδρών και γυναικών πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά. Να θέσουμε στον εαυτό μας το ερώτημα: αυτό είναι το μέλλον, που θέλουμε για τις κόρες μας, να συνεχίσουν να πληρώνονται λιγότερο από τους γιούς μας;», παρατηρεί η Ελσι Μέϊο.

«Θέλουμε να διαιωνιστεί το σημερινό μοντέλο των κυρίαρχων και των θυμάτων, το μοντέλο κυριαρχίας μίας εταιρείας σε μία αγορά, το μοντέλο κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη Φύση;». Και ποιοι είναι οι λόγοι που βλέπουμε λίγες γυναίκες σε διοικητικές θέσεις εντός των επιχειρηματικών ομίλων; «Είναι κυρίως τέσσερις: οι ασυνείδητες προκαταλήψεις των διευθυντών έναντι των γυναικών, όταν κάνουν προαγωγές και προσλήψεις, όπως δείχνουν τελευταίες έρευνες, η έλλειψη ισορροπίας μεταξύ οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, οι λιγοστές γυναίκες σε θέσεις ευθύνης, που θα λειτουργήσουν ως πρότυπα, καθώς και το ότι εμείς οι ίδιες εσωτερικεύουμε τις προκαταλήψεις και δημιουργούμε στον εαυτό μας εμπόδια», μας απαντά. «Πέραν των μέτρων, των νομοθεσιών και των συστημικών πρωτοβουλιών, χρειάζεται να αλλάξει και ο δικός μας τρόπος σκέψης, χρειάζεται εσωτερική μεταμόρφωση γυναικών και ανδρών».

Ηγεσία και συνειδητότητα

Όπως ακριβώς συμβαίνει και για μία επιχείρηση συνολικά. Ο μετασχηματισμός της, ώστε να μεταβεί από το «εγώ» στο «εμείς», ξεκινά και καταλήγει στην ηγεσία της, στο πόσο διατεθειμένη είναι να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να ξεπεράσει τον εαυτό της- γιατί όπως λέει και η Ελσι Μέϊο, «ο/η ηγέτης δεν είναι τίποτε άλλο από το να λειτουργείς ως παράδειγμα συνειδητών επιλογών και πράξεων».

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η  ολλανδική Triodos Bank, κερδοφόρος και πρωτοπόρος στην βιώσιμη τραπεζική με δραστηριότητες και σε Βέλγιο, Βρετανία, Γερμανία και Ισπανία. Η τράπεζα έχει ασπαστεί το σύστημα αξιών και τα διδάγματα του φημισμένου Αυστριακού διανοητή και αρχιτέκτονα Ρούντολφ Στάϊνερ, ο οποίος βασίστηκε στην ίδια τη Φύση και τον κύκλο σποράς, θερισμού και αναγέννησης. Αυτό το σύστημα αξιών μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, από την εκπαίδευση έως το επιχειρείν. «Όταν ξεκίνησε η συνεργασία μου με την Τriodos Bank, είχε ήδη μία 25χρονη πορεία κερδοφορίας, χρηματοδοτώντας επιχειρηματίες, που είχαν την ίδια ολιστική και ηθική προσέγγιση με εκείνην. Για την Triodos το χρήματα είναι το λίπασμα, ώστε να καρποφορήσει η οικονομία και η κοινωνία», μας επεξηγεί η Ελσι Μέϊο.

Το ζητούμενο ήταν, λοιπόν, να περάσει στην επόμενη φάση, να επεκταθεί και να αντεπεξέλθει στον διεθνή ανταγωνισμό. Ετίθετο, κατά συνέπεια, ένα ερώτημα μεγέθους και κλίμακας. «Ο Πήτερ Μπλομ, ο επικεφαλής της έπρεπε να δημιουργήσει ένα όραμα, το οποίο ξεπερνούσε τα τότε όρια της Triodos αλλά και τα δικά του. Και αυτό έκανε. Σήμερα η Triodos είναι κόμβος ενός διεθνούς δικτύου βιώσιμων τραπεζών. Ο ίδιος ο Πήτερ Μπλομ λειτουργεί ως σύμβουλος θεσμικών φορέων εντός και εκτός Ολλανδίας σε θέματα ηθικής και βιώσιμης τραπεζικής και επενδύσεων. Βέβαια, ορισμένοι επιχειρηματικοί όμιλοι, όπως και τράπεζες, προτιμούν να πληρώνουν υψηλά πρόστιμα, αντί να μπουν σε μια διαδικασία εξέλιξης», επισημαίνει εν κατακλείδι η Ελσι Μέϊο. «Εμείς δε ως καταναλωτές θα πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη για το πού τοποθετούμε τις αποταμιεύσεις μας και εμπιστευόμαστε τις επενδύσεις μας».

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ