ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Είκοσι χρόνια κοιτώντας την πραγματικότητα κατάματα

ΓΙΩΤΑ ΜΥΡΤΣΙΩΤΗ

Τα πρώτα ντοκιμαντέρ και η πρωτοποριακή τηλεδιάσκεψη με τον Νόαμ Τσόμσκι έπεισαν ακόμη και τους πιο δύσπιστους για τους στόχους του θεσμού.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ; Ταινίες για ζώα, πάγους που λιώνουν ή φυλές που χάνονται στον Αμαζόνιο θα βλέπουμε τώρα;» Κάπως έτσι αντέδρασε η πλειονότητα του κοινού, προφανώς από άγνοια, όταν στην εκπνοή σχεδόν του 20ού αιώνα, ο Δημήτρης Εϊπίδης ανακοίνωσε το φιλόδοξο στοίχημά του: να δημιουργήσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα φεστιβάλ που θα καλύπτει το μεγάλο κενό στην προβολή ταινιών ντοκιμαντέρ με στόχο να ανοίξει ένα παράθυρο σε γωνιές του πλανήτη, να ευαισθητοποιήσει τον κόσμο, να τον προτρέψει –χωρίς να τον κατηχήσει– να κοιτάξει την πραγματικότητα, να καλλιεργήσει την κριτική αυτόνομη σκέψη, να προωθήσει το ντοκιμαντέρ στο εξωτερικό, να στηρίξει ταινίες μέσα από τη διανομή, την αγορά και τα τηλεοπτικά δίκτυα. «Το ντοκιμαντέρ είναι μια πολιτική πράξη και μια έκφραση της δημοκρατίας. Ο ενημερωμένος πολίτης είναι σίγουρα ένας καλύτερος πολίτης», έλεγε.

Η προβολή των πρώτων ντοκιμαντέρ στη μεγάλη οθόνη του «Ολύμπιον» και, κυρίως, η πρωτοποριακή τηλεδιάσκεψη με τον Νόαμ Τσόμσκι να αναλύει τον ρόλο της τεχνολογίας στον οπτικοακουστικό χώρο, έπεισαν ακόμη και τους πιο δύσπιστους για τους στόχους του θεσμού από την πρώτη διοργάνωση (1999). Μέσα στην εικοσαετία το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης γιγαντώθηκε σε προβολές, αφιερώματα, εκδηλώσεις, συζητήσεις, στην αγορά, κατέκτησε φανατικό κοινό, έγινε δημοφιλές, δημιούργησε μια εκδοτική κληρονομιά, μπήκε στον διεθνή χάρτη των σημαντικότερων φεστιβάλ. Δεν είναι μόνο το ενδιαφέρον πολλών κινηματογραφιστών να προβάλουν τη δουλειά τους, «περισσότερες από 1.200 κατατίθενται ετησίως για αξιολόγηση», λέει στην «Κ» ο επικεφαλής προγράμματος του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Δημήτρης Κερκινός με αφορμή την 20ή επετειακή διοργάνωση (Παρασκευή 2 έως την Κυριακή 11 Μαρτίου).

Από την έναρξή του το φεστιβάλ, εξηγεί, ανέδειξε τη δυναμική του είδους και έδειξε στο κοινό ότι «το ντοκιμαντέρ δεν ταυτίζεται με ταινίες τύπου National Geographic ή τηλεοπτικής αισθητικής, αλλά προσεγγίζει δημιουργικά την πραγματικότητα. Οσο κι αν η πραγματικότητα είναι πολυεπίπεδη, υποκειμενική αφού έχει τη ματιά του σκηνοθέτη, δεν παύει να είναι πραγματικότητα. Εγινε αντιληπτό ότι δημιουργοί πειραματίζονται, συνομιλούν ή αντλούν στοιχεία από τη μυθοπλασία, τα κινούμενα σχέδια, τον πειραματικό ή εθνογραφικό κινηματογράφο, ερευνούν, ζουμάρουν σε πρωτότυπα θέματα και τα παρουσιάζουν με μια συναρπαστική αφήγηση. Ας μη λησμονούμε ότι στα μεγάλα διεθνή φεστιβάλ οι ταινίες φίξιον και τα ντοκιμαντέρ καταλαμβάνουν ισάξια θέση».

Και τι να πρωτοθυμηθούμε από την εικοσαετή πορεία του; Τον έρανο για τη συγκέντρωση χρημάτων με τα οποία κατασκευάστηκε ένα σχολείο στο Αφγανιστάν. Σπουδαίους ντοκιμαντερίστες που τίμησαν και τιμήθηκαν από το φεστιβάλ. Τους φίλους κινηματογραφιστές όπως ο Πίτερ Ουιντόνικ –ο γκουρού του ντοκιμαντέρ– από τον Καναδά ο οποίος μέχρι τον θάνατό του (2013) παρέμεινε πιστός επισκέπτης και βοηθούσε το φεστιβάλ. Τον ανθρωπιστικό προσανατολισμό του θεσμού, τους προβληματισμούς σε αφιερώματα, συζητήσεις και masterclasses για ποικίλα θέματα, κοινωνικά, πολιτικά, οικολογικά. Θυμίζουμε τη «μετανάστευση» (2004, όταν οι μετανάστες ήταν το 12% του ελληνικού πληθυσμού), τον «πόλεμο στην πρώην Γιουγκοσλαβία» όταν ήταν ακόμη νωπός στην ιστορία, τον «φασισμό», το «προσφυγικό» προτού πάρει τις σημερινές διαστάσεις. Την προοδευτική άνοδο του ελληνικού φεστιβάλ σε παραγωγή και ποιότητα. Το συνεχώς αυξανόμενο κοινό – οι αριθμοί των θεατών έφτασαν στα επίπεδα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου.

«Οταν ιδρύθηκε το φεστιβάλ, ο κόσμος το θεώρησε περιττό, ούτε καν πολυτέλεια. Ακόμη κι εμείς, τα πρώτα χρόνια, ερχόμασταν στο φεστιβάλ με μια παγιωμένη αντίληψη από στερεότυπα του τι είναι ντοκιμαντέρ αλλά οι ταινίες τα ανέτρεπαν», θυμάται ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΦΚΘ, Ορέστης Ανδρεαδάκης. «Το φεστιβάλ, χάρη στο ταλέντο, στην ευρηματικότητα και στον σχεδιασμό του Εϊπίδη μάς έδειξε ότι το ντοκιμαντέρ είναι ένα συναρπαστικό είδος με άπειρες οπτικές και υποείδη, θρίλερ, κωμωδίες, κινούμενα σχέδια, ερευνητικά, άλλα ποιητικά και άλλα που θυμίζουν ταινίες μυθοπλασίας.

Το κοινό της Θεσσαλονίκης είχε το καταπληκτικό προτέρημα να τα ανακαλύψει, να εκπαιδευτεί, να βρει μια εναλλακτική πηγή ενημέρωσης που ήταν και ο στόχος του Εϊπίδη. Οι πρώτοι του θεατές-φοιτητές είναι σήμερα σαραντάρηδες και έχουν πλέον την εμπειρία να αναγνωρίζουν τις πτυχές και τη δυναμική του».

Στο φετινό φεστιβάλ, το ντοκιμαντέρ συναντά τη μουσική και τη ζωή: δύο πρωταγωνιστές ταινιών που είχαν προβληθεί στο πρώτο φεστιβάλ το 1999, είκοσι χρόνια μετά, θα ξαναδούν τη ζωή τους στο πανί και θα μιλήσουν με το κοινό, ενώ σε ολονύχτιο μαραθώνιο θα προβληθούν τα μουσικά ντοκιμαντέρ της εποχής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ