Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ο «Χenos» είναι ο κανένας και ο καθένας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Μ​​​​ια ιστορία είναι πάντοτε μια επιχείρηση διάσωσης», έχει γράψει ο Τζον Μπέργκερ. Παρακολουθώντας την παράσταση – χορευτικό σόλο του Ακραμ Καν στη Στέγη Γραμμάτων, σκεφτόμουν ότι η φράση του Αγγλου συγγραφέα αποδίδει με πληρότητα την ανθρώπινη συνθήκη. Ο 43χρονος χορευτής επέλεξε την ελληνική λέξη «Xenos» για το νέο του έργο –αποχαιρετισμό σε μια σπουδαία καριέρα– που έδωσε την παγκόσμια πρεμιέρα του στην Αθήνα και στη Στέγη (21-27 Φεβρουαρίου).

Ο Ακραμ Καν και η ομάδα του άντλησαν υλικό από τα γεγονότα του 20ού αιώνα, φέρνοντας στην επιφάνεια τις εμπειρίες των αποικιακών στρατευμάτων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Περισσότερο από ένα εκατομμύριο Ινδοί στρατιώτες πολέμησαν για τη Βρετανική Αυτοκρατορία. Οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων, εκτοπισμένων από τις πατρίδες τους, παρέμεναν μέχρι πρόσφατα στο σκοτάδι. «Ποιανού πόλεμος; Ποιανού πυρά; Ποιανού χέρι είναι τούτο;».

Το κείμενο για το «Xenos», γραμμένο από τον Καναδό θεατρικό συγγραφέα Τζόρνταν Τάναχιλ, δίνει φωνή στο διαταραγμένο όνειρο ενός Ινδού στρατιώτη σε μια νεκρή ζώνη. «Το έργο αυτό αντανακλά το πώς αισθάνομαι για τον κόσμο μας σήμερα», σημειώνει ο Ακραμ Καν. «Αφορά την απώλεια της ανθρωπιάς μας και το πώς, μέσω των πολέμων του παρελθόντος και του παρόντος, ερχόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με το φλέγον ζήτημα του τι είναι ανθρώπινο. Πώς μπορούμε εμείς, ως άνθρωποι, να έχουμε την ικανότητα να δημιουργούμε εκπληκτικά και όμορφα πράγματα μέσα από τη φαντασία μας και, συγχρόνως, να δημιουργούμε και να διαπράττουμε βία και φρίκη πέρα από τη φαντασία μας».

Δεν ξέρω τι ακριβώς είδε κάθε θεατής χωριστά, από τους δεκάδες που γέμισαν ασφυκτικά την πλατεία και τα θεωρεία όλες τις ημέρες. Αν «συνομίλησε» με τον θάνατο, την καταστροφή, την απώλεια, τα πολλά πρόσωπα του Ακραμ Καν, όπως ο καθένας πρόβαλε πάνω του, την απροσμέτρητη και αμείλικτη μοναξιά του πεδίου της μάχης, τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη ζωή και στον πόλεμο, τα αντικείμενα που μένουν πίσω και χάνονται μαζί με τα σπίτια και τους οικείους.

Αν ο «Xenos» «είναι ένας θρήνος για το σώμα στον πόλεμο», τότε θρηνήσαμε μια πορεία που δεν ολοκληρώνεται αλλά επαναλαμβάνεται αενάως («again and again»). Σκέφτηκα τις έρευνες που γίνονται για τον εντοπισμό και την ταυτοποίηση πεσόντων στρατιωτών του ελληνοϊταλικού πολέμου ’40-’41 στην Αλβανία. Οι αναζητήσεις αφορούν συνολικά 7.976 Ελληνες στρατιώτες («Κ» 25/02, σελ.17). Ηλικιωμένοι αναζητούν γονείς, αδέλφια, συγγενείς. Εχουν περάσει ολόκληρη ζωή με τα μοναδικά τεκμήρια μιας ύπαρξης που, ενδεχομένως, να γνώρισαν και ελάχιστα. Ενα κιτρινισμένο χαρτί που κινδυνεύει να διαλυθεί με τις τελευταίες λέξεις του πατέρα· μια αφήγηση που μιλάει για τον αγνοούμενο παππού. Οταν το σώμα δεν ταφεί, η μνήμη δεν ησυχάζει. Η οικογενειακή ιστορία αργοσέρνεται γύρω από το κενό, το ερωτηματικό, ενός συνδετικού κρίκου που έχει χαθεί.

«Ο Χenos είναι ο κανένας και ο καθένας, ο άγνωστος και ο αιώνιος στρατιώτης, μονάχος σε μια ξένη γη, ένας ξένος τόσο για τον εαυτό του όσο και για έναν εχθρό που δεν γνωρίζει...».

Ο Ακραμ Καν επιστρέφει στον πηλό και στη φωτιά. Το σώμα πάσχει, το τέλος είναι εξαρχής παρόν. Παραδίνεται στη δίνη, αλλά βρίσκει και τον τρόπο να αντισταθεί. Τον ακολουθούμε με το βλέμμα και τις αισθήσεις. Στροβιλιζόμαστε, βυθιζόμαστε, αποσυρόμαστε. Πότε μας συνεπαίρνει, πότε μας εγκαταλείπει. Αυτοσχεδιάζουμε μαζί του διαδρομές, μια άλλη γλώσσα για την απώλεια.

«Τα χέρια μας είναι γη, τα σώματά μας πηλός και τα μάτια μας λιμνούλες βροχής. Δεν γνωρίζουμε αν είμαστε ακόμη ζωντανοί», γράφει ο Εριχ Μαρία Ρεμάρκ στο εμβληματικό «Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο».

«Χρειάζεται να αφηγούμαστε τις ιστορίες άλλων ανθρώπων, όταν αυτοί έχουν χαθεί;» αναρωτιέται ο Ακραμ Καν. «Ποιοι είναι οι “άλλοι” άνθρωποι; Μήπως τελικά τις ιστορίες για τα ανθρώπινα ταξίδια τις αφηγούμαστε, τις επαναφηγούμαστε και τις αφηγούμαστε ξανά και ξανά, ώστε να μάθουμε επιτέλους από τα λάθη μας; Ποιοι είμαστε “εμείς”, ένα σύνολο ή πολλά επιμέρους άτομα; Τι είναι αυτό που μας καθιστά ανθρώπους; Εξακολουθούμε να είμαστε άνθρωποι;».

Ο Ακραμ Καν άναψε ένα σπίρτο στο σκοτάδι. Ηρκεσε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ