ΒΙΒΛΙΟ

Μαρτύριο φιλίας και αγάπης

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Δεκαετία του ’80. Ταφή σφαγιασθέντων πολιτών από τα πυρά της αστυνομίας στο Ελ Σαλβαδόρ, κατά τη διάρκεια του τοπικού εμφυλίου πολέμου (1979-1992), ο οποίος προξένησε δεκάδες χιλιάδες νεκρούς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κ​​υκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά το μυθιστόρημα –μυθιστορηματικό χρονικό, ακριβέστερα– του Χόρχε Γκαλάν (Σαν Σαλβαδόρ, 1973) «Νοέμβριος» (μτφρ. Βασιλική Κνήτου, Ψυχογιός, Νοέμβριος 2017). Στα ισπανικά είχε εκδοθεί δύο χρόνια νωρίτερα (2015). Ο Νοέμβριος του τίτλου είναι ο φοβερός Νοέμβριος του 1989, τότε που, τα χαράματα της 16ης του μήνα, άνδρες του σαλβαδοριανού στρατού δολοφόνησαν έξι ιησουίτες ιερείς: Ιγνάσιο Εγιακουρία, Σεγούντο Μόντες, Νάτσο Μαρτίν-Μπαρό, Αμάντο Λόπες, Χοακίν Λόπες ι Λόπες και Χουάν Ραμόν Μορένο. Μαζί με αυτούς δολοφόνησαν και τις δύο οικιακές βοηθούς, μάνα και κόρη, Ελμπα και Σελίνα Ράμος, για να μην υπάρχουν μάρτυρες. Μάρτυρες όμως υπάρχουν πάντα: μία γυναίκα είδε καθαρά ότι ήταν στρατιώτες αυτοί που σκότωσαν τους ιερείς και όχι αντάρτες, στους οποίους προσπάθησε ο στρατός να φορτώσει το έγκλημα.

Το γεγονός αυτό δεν είναι απομονωμένο. Τη χρονιά εκείνη, ο εμφύλιος πόλεμος (1979-1992) ρήμαζε ήδη δέκα χρόνια το Σαλβαδόρ, προξενώντας δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και αναγκάζοντας εκατοντάδες χιλιάδες άλλους να το εγκαταλείψουν. Ο Γκαλάν εντάσσει τη δολοφονία των έξι ιησουιτών στη μακρά ιστορία βίας της χώρας, από το 1932 και εφεξής, και κάνει εκτενώς λόγο για τη δολοφονία του αγίου αρχιεπισκόπου του Σαν Σαλβαδόρ Οσκαρ Ρομέρο, στις 24 Μαρτίου 1980, μέσα σε ένα νοσοκομειακό παρεκκλήσι, κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας, αλλά και για την πρώτη δολοφονία ιερέα, του επίσης ιησουίτη Ρουτίλιο Γκράντε, στις 12 Μαρτίου 1977, γεγονός που θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή στάσης του νεοεκλεγέντος (Φεβρουάριος 1977) αρχιεπισκόπου Ρομέρο. Ο λόγος που ο στρατός δολοφόνησε τους έξι ιερείς ήταν η ανάμειξή τους, κυρίως του Εγιακουρία, στην προσπάθεια τερματισμού του εμφυλίου πολέμου.

Ο στρατός δεν ήθελε την ειρήνη γιατί θα έχανε εξουσίες και προνόμια, και κυρίως θα έχανε το 1,5 εκατ. δολάρια που έδινε κάθε μέρα (ναι, κάθε μέρα!) η Αμερική, επί δώδεκα χρόνια, στον στρατό του Σαλβαδόρ. Χάρις στην επιμονή του Χοσέ Μαρία Τοχέιρα, επάρχου Κεντρικής Αμερικής των ιησουιτών, οι εκτελεστές εντοπίστηκαν, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν. Δεν δικάστηκαν όμως ποτέ αυτοί που έδωσαν την εντολή, μολονότι ξέρουμε τα ονόματά τους. Βρίσκονταν πολύ ψηλά.

Οσο διάβαζα τούτο το μυθιστόρημα, ήρθε η είδηση, μαζί με τα σχετικά κείμενα, ότι ο Πάπας Φραγκίσκος άνοιξε επίσημα τη διαδικασία για την εις αγίους συναρίθμηση δεκαεννέα ιερέων, μοναχών και ενός επισκόπου που δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια ενός άλλου εμφυλίου πολέμου, στην Αλγερία της δεκαετίας του 1990, με 200.000 νεκρούς περίπου. Ανάμεσα σε αυτούς τους δεκαεννέα βρίσκονται, βέβαια, και οι εφτά τραπιστές μοναχοί της Τιμπερίν – παραμένει ανεξιχνίαστο ακόμη ποιος τους σκότωσε, αν ήταν οι ισλαμιστές ή ο στρατός. Η σύνοδος των επισκόπων της Αλγερίας (τέσσερις επίσκοποι όλοι κι όλοι, με ποίμνιο μια φούχτα ανθρώπους) εξέδωσε σχετική ανακοίνωση (27 Ιανουαρίου 2018) με την οποία τιμά από κοινού με τους δεκαεννέα καθολικούς και «τους χιλιάδες Αλγερινούς αδελφούς και αδελφές μας, που δεν φοβήθηκαν, ούτε αυτοί, να βάλουν σε κίνδυνο τη ζωή τους, αφοσιωμένοι στην πίστη τους στον Θεό, στην πατρίδα και στη συνείδησή τους. Ανάμεσά τους μνημονεύουμε τους 99 ιμάμηδες που έχασαν τη ζωή τους επειδή αρνήθηκαν να δικαιολογήσουν τη βία. Φέρνουμε στη σκέψη μας τους διανοουμένους, τους συγγραφείς, δημοσιογράφους, επιστήμονες, καλλιτέχνες, μέλη των δυνάμεων ασφαλείας, αλλά και τις χιλιάδες πατεράδες και μανάδες, ταπεινούς ανώνυμους ανθρώπους, που αρνήθηκαν να υπακούσουν στις διαταγές των ένοπλων ομάδων».

Δεν είναι συνηθισμένο ένα επίσημο εκκλησιαστικό κείμενο για την αγιοποίηση επισκόπου, ιερέων και μοναχών, να τιμάει αξεχώριστα και ιμάμηδες! Θέλησε με αυτό τον τρόπο η σύνοδος των επισκόπων της Αλγερίας να απαντήσει στη δικαιολογημένη ένσταση ότι, από τις 200.000 αθώα θύματα εκείνης της δεκαετίας, η Εκκλησία διαλέγει να προβάλει ως μάρτυρες 19 μόνο ανθρώπους, που ανήκουν όλοι στον κλήρο της. Ο επίσκοπος του Οράν Πιερ Κλαβερί δολοφονήθηκε στην είσοδο της επισκοπής την 1η Αυγούστου 1996, μαζί με τον νεαρό μουσουλμάνο Μοχάμεντ Μπουσικί, 21 χρόνων. Συνδέονταν με στενό δεσμό φιλίας και αγάπης. Στα ρούχα του νεαρού μουσουλμάνου βρέθηκε ένα κείμενο που δείχνει πως γνώριζε καλά τον κίνδυνο που τον απειλούσε. Και όμως έμεινε εκεί με αφοσίωση δίπλα στον χριστιανό επίσκοπο. Γιατί δεν είναι μάρτυρας αυτός; Σε τέτοια ερωτήματα θέλησε να απαντήσει η σύνοδος και να πει –πόσο πειστικά δεν ξέρω– ότι το μαρτύριο των δεκαεννέα φωτίζει το κοινό μαρτύριο χιλιάδων άλλων και αποκαλύπτει το βαθύτερο περιεχόμενό του.

Οπως και να ’χει, όλοι αυτοί, και οι δεκαεννέα, ήξεραν ότι κινδυνεύει η ζωή τους, μπορούσαν να φύγουν, καθώς δεν ήταν Αλγερινοί, και όμως έμειναν εκεί μέχρι τέλους. Το ίδιο και ο Εγιακουρία μπορούσε να φύγει ή μπορούσε να μη γυρίσει στο Σαλβαδόρ (καθώς εκείνες τις μέρες έτυχε να βρίσκεται στη Γουατεμάλα). Γιατί έμειναν όλοι αυτοί; Οχι πάντως επειδή ήταν ήρωες, δεν έμειναν για να δώσουν μια μάχη. «Δεν πέθαναν για μια ιδέα ή για μια υπόθεση», όπως γράφει η επισκοπική ανακοίνωση. Δεν έφυγαν, επειδή δεν εγκαταλείπεις τους φίλους σου όταν βρίσκονται σε κίνδυνο, επειδή δεν αφήνεις στην τύχη τους όσους αγαπάς. Και οι φίλοι τους ήταν οι μουσουλμάνοι που ζούσαν εκεί, μέσα στη φτώχεια και τη βία. Δεν έφυγαν γιατί θέλησαν να ζήσουν μέχρι τέλους, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν, τον δεσμό αγάπης με τους μουσουλμάνους αδελφούς. Αυτή η αγάπη αποδείχτηκε τελικά ισχυρότερη και από τον φόβο του θανάτου. Δεν έμειναν από αξιοπρέπεια, έμειναν από αγάπη. Αυτό είναι το μαρτύριό τους: μαρτυρία φιλίας και αγάπης. Και αυτό είναι κατεξοχήν το μαρτύριο που εγώ προσωπικά, ας μου επιτραπεί να προσθέσω, τιμώ και προσκυνώ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ