ΒΙΒΛΙΟ

Το λανθάνον αφήγημα

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΘΩΜΑΣ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ
Μυθιστόρημα
εκδ. Γαβριηλίδης, σελ. 132

Η ​​αντωνυμία «αυτός», με κεφαλαία γράμματα, στοιχειώνει το «Μυθιστόρημα» του Θωμά Συμεωνίδη. Ποιος είναι αυτός και ποια τα σχέδιά του; Τι κουβαλά μέσα στη μαύρη κυλινδρική σχεδιοθήκη πηγαίνοντας στο αρχιτεκτονικό του γραφείο; Πρόκειται για μια άδεια φαρέτρα ή μήπως παραπέμπει σε γυάλινη φιάλη με εγκιβωτισμένο μέσα της ένα μήνυμα σε πάπυρο; Ποια είναι τα θεμελιώδη στοιχεία της βιογραφίας του που αναιρούν το ανυπόστατο του προσώπου του; Οι ερωτήσεις είναι κρίσιμες, αλλά καμία δεν θα απαντηθεί. Αυτός, το αντικείμενο της εμμονικής προσοχής του Συμεωνίδη, μοιάζει να περπατάει σε έναν σκοτεινό, έρημο διάδρομο, χωρίς εξόδους κινδύνου. Κατά μήκος αυτής της διαδρομής νιώθει να επικρέμαται μια ερώτηση που τον αφορά προσωπικά, αλλά υποψιάζεται πως δεν θα καταφέρει να αποκριθεί.

Ο τίτλος του βιβλίου συνιστά πρόκληση για το περιεχόμενό του. Διότι εκεί δεν θα βρούμε ούτε μύθο ούτε ιστορία. Κανένας αφηγηματολογικός ειρμός δεν δεσμεύει τις σελίδες. Η αρχιτεκτονική του κειμένου κατεδαφίζεται ακατάσχετα. Η συνοχή προβάλλει σαν αδήριτο ζητούμενο, ανέφικτο ωστόσο. Το κεντρικό πρόσωπο δείχνει έρμαιο μιας εννοιολογικής αποσύνθεσης, μιας ανεκδιήγητης διήγησης, ανυπότακτης σε όρια και κανόνες, διαρκώς υπό αίρεση. Φοβάται πως «ένας αποφατικός αέρας» απειλεί τις σαθρές βεβαιότητες που τον ορίζουν. Κάθε του σκέψη «γλιστράει ύπουλα στο αντίθετό της». Ο παρανοϊκός ρους της αφήγησης τον μεταμορφώνει στον αγωγό μιας σύγχυσης, καταποντίζοντας συνάμα μες στο παλιρροϊκό της κυμάτισμα τη φιάλη, τα σχέδια, το νόημα. Οι δυνητικές οπτικές γωνίες κατακερματίζουν το βλέμμα του. Πιθανόν να έχει παρερμηνεύσει φρικτά την πραγματικότητα. Αυτός γίνεται όλος ένας πόνος, βαθιά μέσα στο κρανίο του· ένας πόνος που αποζητά ένα γλωσσικό θαύμα για να καταπραϋνθεί.

Στην πρώτη σελίδα τον βρίσκουμε στο μέσον της πρόβας ενός θεατρικού. Ο ίδιος είναι ένας εξωτερικός παρατηρητής, μια σκιά στις παρυφές της σκηνής. Η συνθήκη αποδεικνύεται καταλυτική για την υπόστασή του, καθώς ο Συμεωνίδης του επιφυλάσσει ένα αντιφατικό πεπρωμένο. Τον τοποθετεί στο επίκεντρο της δράσης, περιορίζοντάς τον σε ρόλο περιφερειακό, επουσιώδη για την εκτύλιξή της. Προφανώς δεν είναι άξιος της εμπιστοσύνης του για την έκβασή της.

«Η γλώσσα της αλήθειας είναι λιτή και απέριττη», διατείνεται το αφεντικό του, ο Εντουάρ. Βέβαια, όταν ο Εντουάρ αρχίζει να αφηγείται στους υφισταμένους του την προσωπική του εποποιία, η γλώσσα του αφηνιάζει, ηλεκτρίζεται από την παραφορά της, αυτοαναιρείται ασύστολα, παρεκτρέπεται σε εξόφθαλμες ανακρίβειες και υπερβολές, παραβιάζει κάθε αίσθηση αληθοφάνειας και μέτρου, για να μετατραπεί σε ένα έκτρωμα αδολεσχίας. «Δεν θα πω πολλά, μόνο όσα χρειαστεί», λέει ο Εντουάρ, προτού ξεχυθεί σε ένα ακόμα λεκτικό παραλήρημα, το οποίο διακόπτει για να συλλογιστεί πως «η αλήθεια είναι αλλού». «Το πραγματικό πρόβλημα ήταν αλλού, δεν είναι αυτό που πιθανόν νομίζετε», επισημαίνει ο ραψωδός, υποβάλλοντας τις λέξεις σε μια απερίγραπτη οδύσσεια.

Δίνοντας τον λόγο στον Εντουάρ, ο Συμεωνίδης μοιάζει να εναποθέτει υακίνθους στο μνήμα του Μπέκετ, αντιγράφοντας τη χειρονομία της νεαρής κοπέλας που εμφανίζεται φευγαλέα σε δύο σελίδες. Το «μυθιστόρημα» του Εντουάρ καγχάζει την προσδοκία του μύθου, μιας έλλογης ιστορίας. Χάρη σε αυτή την ανήκουστη αφήγηση, ο Συμεωνίδης υποδεικνύει το κέντρο βάρος της απορίας του. Πώς λέμε μια ιστορία; Με πνευματώδη σαρκασμό αναζητεί τις πολλαπλές εκδοχές της απάντησης, αποφεύγοντας δολίως να καταλήξει στην πιο αξιόπιστη. Μια γλώσσα στοιχειωμένη από τον Μπέκετ δεν μπορεί παρά να καταζητεί το νόημα στην κατάργησή του. Και ο Συμεωνίδης διερευνά ευφυώς τις δυνατότητες που προκύπτουν από την άρνηση τόσο ενός μονοσήμαντου νοήματος όσο και ενός αναντίλεκτου μύθου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ