ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Δημήτρης Παπαδημητρίου: «Η μουσική “μιλάει” για χρώμα»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

«Θα ήθελα να γράψω ένα θεατρικό έργο. Τώρα έκανα το λιμπρέτο του “Μόμπι Ντικ”, που θα παιχτεί σε δύο χρόνια στο Εθνικό Θέατρο», λέει στην «Κ» ο Δημήτρης Παπαδημητρίου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Οταν ήμουν μικρός είχα κλίση στη ζωγραφική. Ενας ζωγράφος, φίλος της οικογένειας, με ενθάρρυνε, μάλλον υπερβολικά. Θυμάμαι πως δεν άρχιζα ποτέ με το μολύβι αλλά πήγαινα κατευθείαν στο χρώμα». Ο συνθέτης Δημήτρης Παπαδημητρίου μιλάει με γλυκιά νοσταλγία για εκείνα τα χρόνια, εξηγώντας πως η σχέση του με τη ζωγραφική είναι παλιός έρωτας, κι ας τον εγκατέλειψε για τη μουσική.

Η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα τού έβαλε την ιδέα να κάνει μουσική την «Παιδική Συναυλία» του Ιακωβίδη, έργο που αγάπησε από παιδί. Ο συνθέτης και ιδρυτής του «Ελληνικού Σχεδίου» έγραψε ένα συμφωνικό έργο εμπνευσμένο και από δημιουργίες των Τζάκσον Πόλοκ και Κλοντ Μονέ και το παρουσίασε πέρυσι μαζί με άλλους δύο συνθέτες (Μιχάλης Οικονόμου, Τάσος Ρωσόπουλος) στο πλαίσιο μιας ιδέας για τη διάδραση μουσικής και εικαστικών τεχνών. «Μου άρεσε πολύ. Η δυνατότητα της τέχνης να αυτοαναπαράγεται».

Εν τω μεταξύ, συμπεριέλαβε και άλλους ζωγράφους. Ετσι, στις 6 και 7 Μαρτίου στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση παρουσιάζονται με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών τα «Συμφωνικά Ζωγραφικά Soundtracks» που συνέθεσε. Δύο μέρη αντλούν την έμπνευσή τους από την «Παιδική Συναυλία» του Ιακωβίδη και «Το Νησί των Νεκρών» του Αρνολντ Μπέκλιν, ενώ τα υπόλοιπα πέντε αποτελούν την οπτική του Παπαδημητρίου πάνω στο σύνολο του έργου των Μονέ, Πόλοκ, Χόπερ, Τουλούζ-Λοτρέκ και Αϊβαζόφσκι.

– Η ζωγραφική έχει να κάνει με την όραση και η μουσική με την ακοή. Πώς τα συνδέετε;

– Οπως και στα ερωτικά ζευγάρια, ο ένας συμπληρώνει τον άλλον. Η καημένη μουσική δεν έχει ύλη, σχήματα και χρώμα, όμως όλη μέρα και όλη νύχτα «μιλάει» για χρώμα και μορφές. Η ίδια η μουσική μέσα στην επιστημονική της γλώσσα μιλάει για μουσικές χειρονομίες και συνθέτες κολορίστες όπως εγώ. Με τον ίδιο τρόπο που μιλάμε για ρυθμό στη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική, ενώ δεν υπάρχει χρόνος. Με λίγα λόγια, αυτό που δεν το έχεις σαν φυσικό όπλο, το υπαινίσσεσαι με τον ποιητικό σου κόσμο.

Το έργο αυτό βγήκε πολύ γρήγορα. Θυμόμουν, άλλωστε, τους πίνακες, σαν τα σημάδια που έχει κάποιος στο κούτελο από τον παιδικό πετροπόλεμο. Εχοντας μεγαλύτερα αδέρφια, μάθαινα πράγματα νωρίτερα από την ηλικία μου. Βέβαια, τόσο ο Αντώνης όσο και ο Γιώργος διάβαζαν από νωρίς ενήλικα βιβλία. Ετσι, όταν στα οκτώ μου χρόνια είδα την «Παιδική Συναυλία» έμεινα άναυδος. Τέσσερα παιδιά σε ένα δωμάτιο, ο ένας παίζει τύμπανο, ο άλλος φυσαρμόνικα, ο τρίτος φυσάει τη σάλπιγγα και ο τέταρτος έκανε πνευστό ένα ποτιστήρι. Ομως μου έμεινε μια λεπτομέρεια: πώς φέγγιζε καθώς έπεφτε πάνω του ο ήλιος, το αυτί του παιδιού με το ποτιστήρι.

– Στο «Νησί των Νεκρών» του Αρνολντ Μπέκλιν τι σας αρέσει;

– Εικάζεται ότι η ακατοίκητη βραχονησίδα που απεικονίζει, είναι το Ποντικονήσι στην Κέρκυρα. Προς τα εκεί κατευθύνεται η μικρή βάρκα με τον λευκοντυμένο Χάρο. Μου αρέσει ότι όλα είναι γαλήνια, άχρονα, μια προσέγγιση απελευθέρωσης και ειρήνης του θανάτου. Είδα τον πίνακα έφηβος. Ο αδερφός μου ο Αντώνης έπαιρνε ανά εβδομάδα τη σειρά «Οι μεγάλοι ζωγράφοι» των εκδόσεων «Μέλισσα», αλλά και γαλλικά βιβλία ζωγράφων. Σε ένα γαλλικό βιβλίο είδα τον Μπέκλιν. Ο Πόλοκ είναι πολύ μεταγενέστερος. Οταν αργότερα είδα έργα του, δεν τον καταλάβαινα. Κι όμως χρόνια μετά, έγραψα με τον Απόστολο Δοξιάδη τη μουσική για τη ζωή του – για θέατρο σκιών.

– Στις επιλογές σας υπάρχουν διαφορετικές τάσεις της ζωγραφικής. Ο Μονέ υπήρξε ιμπρεσιονιστής, ο Πόλοκ από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, ο Χόπερ από τους κυριότερους του ρεαλισμού στην αμερικανική τέχνη του μεσοπολέμου... Θα είναι αντίστοιχες και οι μουσικές σας;

– Ναι, αλλά δεν έχουν όλα τα ζωγραφικά ρεύματα μεταφερθεί στη μουσική. Για παράδειγμα ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός δεν έχει μεταφερθεί ως επίσημο ρεύμα, γιατί απλούστατα υπάρχει ούτως ή άλλως. Εγώ μετέφερα την τεχνική του Πόλοκ στην τεχνική της σύνθεσης. Συνέθεσα αυτό το έργο απνευστί. Οπως έκανε κι αυτός: Οι πίνακές του ήταν μιας πνοής. Αντίθετα, για τον Χόπερ, που είναι ρεαλιστής, έπρεπε να πάρω αντιδάνεια από τη σύγχρονη εποχή και λίγο από το σινεμά.

– Μετανιώσατε που διακόψατε με τη ζωγραφική;

– Ακόμη και σήμερα, όταν μπαίνω σε καταστήματα με ζωγραφικά είδη, έχω την τρελή επιθυμία να τα αγοράσω όλα και να ξαναρχίσω. Δεν είναι ότι δεν το εκδήλωσα, αλλά με κέρδισε πρώτα η λογοτεχνία και έπειτα η μουσική. Γράφω από μικρός. Θα ήθελα να γράψω ένα θεατρικό έργο. Τώρα έκανα το λιμπρέτο του «Μόμπι Ντικ» που θα παιχτεί σε δύο χρόνια στο Εθνικό Θέατρο. Λογοτεχνία, ζωγραφική, μουσική ήταν μέρος της καθημερινότητας όταν ήμουν μικρός. Αυτά, γιατί δεν είχαμε τηλεόραση στο σπίτι, μπήκε όταν ήμουν 21 ετών. Ολη την ώρα μαθαίναμε! Να το μυστικό για έναν καλύτερο κόσμο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ