ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

«Ο μεγάλος θαλασσογράφος και εγώ»

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Ο υποναύαρχος ε.α. και ζωγράφος Αρ. Δήμιτσας μας εξηγεί τη φορά του ανέμου και τον «καιρό» που επικρατούν στον πίνακα «Φρεγάτα», 1899-90.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το μάτι του έψαξε γρήγορα και εντόπισε τον πίνακα. «Το Διοικητήριο των τεσσάρων Δυνάμεων στη Σούδα της Κρήτης», λάδι σε καμβά, μόλις 32x41 εκατοστά. «Αυτό θα έπαιρνα για το σπίτι μου», μας λέει χαμηλόφωνα ο Αριστοτέλης Δήμιτσας, υποναύαρχος ε.α. και ζωγράφος, καθώς περιηγούμαστε σε μία από τις τρεις αίθουσες όπου φιλοξενείται η μεγάλη έκθεση για τον Κωνσταντίνο Βολανάκη από το Ιδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη.

Ο κ. Δήμιτσας «διάλεξε» έναν πίνακα φιλοτεχνημένο την περίοδο 1878-90 που αποτυπώνει μια βραχώδη ακτή της Σούδας με αραγμένα μικρά καΐκια και τη ναυτική βάση με τους μιναρέδες, τα κτίρια με τις θολωτές οροφές και τις σημαίες των ξένων χωρών. «Είναι συναισθηματικοί οι λόγοι, υπηρέτησα στον ναύσταθμο εκεί», μας λέει.

Αυτός είναι και ο λόγος που επισκεφθήκαμε μαζί του την έκθεση του Ιδρύματος Θεοχαράκη. Να δούμε παρέα με έναν απόστρατο αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού (και εν ενεργεία ζωγράφο) τους τρόπους με τους οποίους επιδρά ή όχι ο «πατέρας» της ελληνικής θαλασσογραφίας σε κάποιον που έχει φάει τη θάλασσα με το κουτάλι.

Του εξομολογούμαι λοιπόν ότι περίμενα να προτιμήσει «για το σπίτι» μία από τις εντυπωσιακές ναυμαχίες του Βολανάκη αντί για μια «αδιάφορη» εικόνα ειρήνης. «Παθαίνω ένα σοκ με τις ναυμαχίες. Ξέρω τι σημαίνει να πεθαίνεις στη θάλασσα. Οταν βλέπω ή διαβάζω για ναυμαχίες σε ιστορικά βιβλία ανατριχιάζω, δεν μπορώ. Ξέρω καλά τι σημαίνει θάλασσα», λέει αφοπλιστικά.

Παιχνίδια της μοίρας

Είναι περίεργο που μερικές φορές οι ζωές ορισμένων ανθρώπων δένονται με κάποια πράγματα χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν. Ο Κωνσταντίνος Βολανάκης για να αφιερωθεί στη ζωγραφική έπρεπε να καταλήξει στην Τεργέστη και να δουλέψει ως λογιστής ρεμβάζοντας και μελετώντας τα πλοία στο λιμάνι προτού μεταβεί στο Μόναχο για τις σπουδές του.

Ετσι μας ξαφνιάζει ο κ. Δήμιτσας όταν μας λέει ότι οι γονείς του ήταν επιζώντες ενός μεγάλου ναυαγίου στα ανοιχτά της Υδρας τον Μάιο του 1945: «Είναι Μεγάλη Τετάρτη με μπουνάτσα. Ο καπετάνιος του “Σπερχειού” αντιλαμβάνεται ότι έχει βγει από τον ναυτικό δίαυλο και στρίβει όλο το τιμόνι. Το πλοίο έγειρε, μια μπουκαπόρτα άνοιξε και πήρε νερό. Μέσα σε ένα τέταρτο το πλοίο χάθηκε και πήρε μαζί του 180 ανθρώπους», σημειώνει, καθώς παρατηρούμε τις λεπτομέρειες των ιστιοφόρων του Βολανάκη.

Οι γονείς του σώθηκαν έξι ώρες μετά, από ένα διερχόμενο καΐκι και έπειτα από εννέα μήνες ήρθε στον κόσμο ο 72χρονος σήμερα Αριστοτέλης Δήμιτσας. «Με έναν τρόπο όλη μου η ζωή είναι συνδεδεμένη με τη θάλασσα», μας λέει και ο ίδιος, ο οποίος αν και από νεαρός είχε επαφή με την τέχνη, δεν ασχολήθηκε επισταμένως μαζί της μέχρι τα 40 του χρόνια.

Καθώς περνάμε μπροστά από τα ιστιοφόρα, τις φουρτουνιασμένες θάλασσες, τα ατμόπλοια και τις ναυμαχίες του Βολανάκη, ο κ. Δήμιτσας θυμάται τις δικές του περιπέτειες στη θάλασσα και τις φορές που ο καιρός έκανε πραγματική κόλαση τον διάπλου Λήμνου - Χίου, για το πώς πέρασε ξυστά δίπλα από ένα τουρκικό αντιτορπιλικό σε μια περιπολία του ως κυβερνήτης ή για τη θαλασσοταραχή που τον έκανε να αλλάξει πολλές φορές χρώμα κατά τη ρυμούλκηση ενός πολεμικού πλοίου από την Κρήτη στη Σαλαμίνα.

Μας δείχνει τα ιστία στους πίνακες και τις ιδιαιτερότητές τους, τη «ρόδα» των ατμόπλοιων και γιατί ο καπνός της σφυρίχτρας είναι λευκός και όχι μαύρος, τα απλωμένα ρούχα στα σχοινιά του πλοίου στην «Αναχώρηση» του 1880, τη διεύθυνση του ανέμου σε σχέση με τα ζωγραφισμένα κύματα και τη θέση του πλοίου στην επιφάνεια της θάλασσας.

Η ζωή του λιμανιού

Εχοντας περάσει πολλές μέρες και νύχτες στη θάλασσα του Αιγαίου δυσκολεύεται, όπως μας λέει, να βρει ένα συναισθηματικό σημείο σύνδεσης με τις απεικονίσεις του Βολανάκη. «Στους πίνακές του ο ουρανός παραπέμπει στη Βόρεια Ευρώπη, δεν θυμίζει ελληνικό ουρανό και η θάλασσά του δεν θυμίζει το μπλε του Αιγαίου», μας λέει. Αυτό που ωστόσο βρίσκει εντυπωσιακό στους πίνακες είναι η αποτύπωση της ιστορικής μετάβασης που κατέγραψε με τον χρωστήρα του ο Βολανάκης, από τα πανιά στον ατμό αλλά και την απόδοση της ζωής του λιμανιού.

«Η θάλασσα είναι ένα τεράστιο πολιτικό στοιχείο. Τα λιμάνια, οι μεταφορτώσεις, η διακίνηση του εμπορίου, είναι χαρακτηριστικά της θαλασσινής ζωής που ο Βολανάκης αποτυπώνει πολύ καλά», μας λέει. Αν και οι θαλασσογράφοι, όπως σημειώνει, βλέπουν τη θάλασσα από τη στεριά, ο ίδιος, ως παλιός θαλασσινός, αποφεύγει να την αποτυπώσει στους δικούς του πίνακες. «Μου λείπει η θάλασσα. Δεν μου αρκεί να τη βλέπω μόνο, αλλά προτιμώ να ζωγραφίζω τοπία της στεριάς. Ισως επειδή την ξέρω φοβάμαι να την αποτυπώσω, με φοβίζει», καταλήγει.

Ο «προσηνής, ομιλητικός, μειδιών και ανεκδοτολογών» ζωγράφος

aΣτα θαλασσινά τοπία του Βολανάκη, ο ζωγράφος είναι σχεδόν πάντα εκεί: με την πλάτη γυρισμένη προς τον θεατή, με μαύρο καπέλο, παλτό, κρατώντας μια ομπρέλα, άλλοτε μόνος και άλλοτε συνοδεύοντας μια κυρία. Η μοναχική φιγούρα που επαναλαμβάνεται στους πίνακες με τα λιμάνια του Βόλου και του Πειραιά θεωρείται όντως πως είναι ο ίδιος ο ζωγράφος, παραπέμποντας στην παράδοση που ήθελε τον καλλιτέχνη να παρεμβάλει την προσωπογραφία του μέσα στο έργο του, όπως σημειώνει ο ιστορικός τέχνης Μανόλης Βλάχος στον κατάλογο της έκθεσης.

Με βάση τις λίγες φωτογραφίες και τα πορτρέτα του που σώζονται, ο Βολανάκης ήταν ένας ψηλός, συμπαθητικός άνδρας με γενειάδα, έξυπνο βλέμμα και κοινωνικός όπως σχολιάζουν οι επισκέπτες του εργαστηρίου του: «Προσηνής, ομιλητικός, μειδιών και ανεκδοτολογών, χωρίς συναδελφικάς μικροραδιουργίας ή ιδιοτροπίας επιδεικτικάς, φιλήσυχος έβλεπε από την εύθυμον όψιν την ζωήν, καίτοι συνήντα ακάνθας πολλάκις αιχμηράς».

Η θάλασσα ήταν συνυφασμένη με τη ζωή του και όχι μόνο μέσω της ζωγραφικής του, τη θεμελίωσε με τις σπουδές του στη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών του Μονάχου και με τη μελέτη της θαλασσογραφικής παράδοσης της Ολλανδίας, της Ιταλίας και της Γαλλίας. Γόνος οικογένειας εμπόρων μεγάλωσε στην Κρήτη και στη Σύρο και αργότερα δούλεψε στο λογιστήριο του μεγάλου εμπορικού οίκου Γεωργίου Αφεντούλη στην Τεργέστη, μια πόλη λιμάνι.

Με το έργο του «Ναυμαχία της Λίσσας» κέρδισε ένα μεγάλο ταξίδι με το πολεμικό ναυτικό της Αυστρίας για τρία χρόνια μελετώντας πλοία και λιμάνια, ενώ από τα θέματα του έργου του οι μελετητές του υποστηρίζουν ότι ταξίδεψε σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και στην Κωνσταντινούπολη, σε νεαρή όμως ηλικία.

Ο ζωγράφος, ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι μελετητές του, δεν διακρινόταν για τη φιλοδοξία του και τις «δημόσιες σχέσεις» του. Η μόνιμη επιστροφή του στα πάτρια εδάφη το 1884 φαίνεται πως λειτουργεί αρνητικά στη δημιουργικότητα του, όπως σημειώνει ο επιμελητής τής έκθεσης Τάκης Μαυρωτάς στο σημείωμά του. Μπορεί να αναλαμβάνει την έδρα της Στοιχειώδους Γραφικής και Αγαλματογραφίας στο Πολυτεχνείο και να ξεκινά τη δική του σχολή, αλλά η ποιότητα των έργων του δεν ακολουθεί την ανοδική πορεία του Μονάχου και η κριτική δεν του χαρίζεται.

«Είμαι δυστυχής, διότι εγεννήθην καλλιτέχνης και η τύχη μου τέτοιο τέλος θα έχει», είχε πει ο ίδιος, κρύβοντας πίσω από αυτή τη δήλωση τους λόγους που τον οδήγησαν στην αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας του. Η σημασία του έργου του, ωστόσο, η ποσότητα και η ποιότητά του στο σύνολό του, του προσέδωσαν τον τίτλο του «πατέρα» της ελληνικής θαλασσογραφίας.

​​«Κωνσταντίνος Βολανάκης. Ο πατέρας της ελληνικής θαλασσογραφίας», Ιδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη, έως τις 13 Μαΐου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ