Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Πώς πεθαίνουν οι Δημοκρατίες;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Την προηγούμενη εβδομάδα σας έγραψα για ένα ένα νέο βιβλίο δύο πολιτικών επιστημόνων από το πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, το “How Democracies Die” των Στίβεν Λεβίτσκι και Ντάνιελ Zίμπλατ. Στο βιβλίο οι συγγραφείς καταγράφουν παραδείγματα χωρών που είδαν αυταρχικούς ηγέτες να έρχονται στην εξουσία και τις δημοκρατικές ελευθερίες των πολιτών τους να περιορίζονται, και καταγράφουν τα κριτήρια που δείχνουν ότι μια κυβέρνηση ή ένας ηγέτης όντως πάει προς αυτή την κατεύθυνση. Η αφορμή, βεβαίως, ήταν το ότι ήθελα να εξετάσω το αν τα σημάδια επιβεβαιώνουν αυτό που πολλοί φοβούνται, ότι δηλαδή η δημοκρατία στη χώρα μας κινδυνεύει. Όπως έγραψα την προηγούμενη εβδομάδα, η απάντηση δεν είναι απλή. Ωστόσο, το βιβλίο καταλήγει σε ένα άλλο, πολύ πιο ξεκάθαρο συμπέρασμα. Η δημοκρατία σε μια άλλη χώρα που για διάφορους λόγους μας ενδιαφέρει, κινδυνεύει άμεσα και πάρα πολύ σοβάρά.

Αυτή η χώρα είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Οι συγγραφείς, υπενθυμίζω, εντοπίζουν τέσσερις βασικούς δείκτες που περιγράφουν το αν ένας ηγέτης επιδεικνύει αυταρχική συμπεριφορά σε βαθμό να το πάει για να γίνει δικτάτορας:

1) Το αν απορρίπτει τους δημοκρατικούς κανόνες 2) Το αν αμφισβητεί τη νομιμότητα των πολιτικών του αντιπάλων 3) Το αν ανέχεται ή ενθαρρύνει τη βία και 4) Το αν είναι πρόθυμος να περιορίσει τις πολιτικές ελευθερίες αντιπάλων ή ΜΜΕ.

Αν κάποιος ηγέτης εμφανίζει έστω και ένα από αυτά, υποστηρίζουν οι συγγραφείς, οι πολίτες της χώρας πρέπει να ανησυχούν πάρα πολύ. Όπως επισημαίνουν, ο Ντόναλντ Τραμπ μέσα στην πρώτη χρονιά της προεδρίας του έχει εμφανίσει και τους τέσσερις, και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις. Οι συγγραφείς τονίζουν όμως ότι ο Τραμπ δεν είναι η αιτία της δημοκρατικής κατάρρευσης, αλλά το σύμπτωμα. Το αποτέλεσμα. Η δημοκρατία στις ΗΠΑ δεν καταρρέει επειδή έχει τον Τραμπ. Έχει τον Τραμπ επειδή καταρρέει. 

Αυτό μπορεί να μοιάζει περίεργο ή και υπερβολικό ως συμπέρασμα. Οι συγγραφείς όμως καταρρίπτουν μια σειρά από μύθους που πολλοί πιστεύουν για τη μακροβιότερη αστική δημοκρατία του κόσμου, όπως για παράδειγμα ότι ο Τραμπ είναι πρωτοφανές ή μεμονωμένο φαινόμενο, ή το ότι οι ΗΠΑ έχουν στιβαρούς δημοκρατικούς θεσμούς που ποτέ δεν θα επέτρεπαν σε πολιτικούς να εμφανίσουν αυταρχικές συμπεριφορές.

Πράγματι, απαριθμούν μια σειρά από πολιτικούς του προηγούμενου αιώνα που μοιάζουν πάρα πολύ με τους λαϊκιστές ηγέτες του σήμερα. Ο Χένρι Φορντ, ο γνωστός από τα αυτοκίνητα, ο οποίος ήταν ακροδεξιός αντισημίτης (τον αναφέρει στο Mein Kampf ο ίδιος ο Χίτλερ, που τοy απένειμε και παράσημο το 1938), πολύ δημοφιλής, ο οποίος για ένα διάστημα σκεφτόταν την κάθοδο στην πολιτική. Ο κυβερνήτης της Λουιζιάνα Χιούι Λονγκ. Ο κυβερνήτης της Αλαμπάμα Τζορτζ Γουάλας. Η πρόσφατη αμερικανική ιστορία είναι πλούσια σε παραδείγματα ακραίων λαϊκιστών με μεγάλη απήχηση στο λαό. Κανένας τους όμως δεν είχε καταφέρει μέχρι τώρα να φτάσει στην κορυφή του πολιτικού συστήματος των ΗΠΑ καθώς υπήρχε ένας αποτελεσματικός θεσμός που τους εμπόδιζε: Τα πολιτικά κόμματα. Τα οποία μέχρι πρόσφατα ακολουθούσαν μια σειρά από κοινούς, άγραφους κανόνες που εξασφάλιζαν ότι κανένας ακραίος εξωσυστημικός ή καμια παλαβή, γραφική φιγούρα δεν θα κατάφερνε να λάβει το χρίσμα τους και να διεκδικήσει την εξουσία. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, αυτοί οι άγραφοι κανόνες ήταν το μόνο που έσωζε τις ΗΠΑ από τους Τραμπ. Μέχρι τώρα. 

Υπάρχει, εξάλλου, η αντίληψη ότι κανένας Τραμπ δεν μπορεί στ’ αλήθεια να κάνει μεγάλη ζημιά, επειδή κοτζάμ Αμερική έχει στιβαρούς, υγιείς δημοκρατικούς θεσμούς. Οι συγγραφείς τονίζουν αρκετά εμφατικά ότι δεν είναι τόσο ρόδινα τα πράγματα. Το αμερικάνικο σύνταγμα, που στην αρχή ήταν 4 σελίδες όλες κι όλες, και με τις 27 τροπολογίες που προστέθηκαν φτάνει μόνο τις 7500 λέξεις, είναι ένα μαζεμένο κείμενο που αφήνει γιγάντια νομικά κενά. Οι νόμοι καλύπτουν κάποια, αλλά είναι νόμοι. Αλλάζουν. Σκεφτείτε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να δώσει προεδρική χάρη στον εαυτό του. Όχι μόνο σε οποιονδήποτε άλλο θελήσει (στο γαμπρό του, ας πούμε), αλλά στον ίδιο του τον εαυτό. Είναι απολύτως νόμιμο. Ή μπορεί να κυβερνά χωρίς τη Γερουσία, μόνο με Προέδρικά διατάγματα. Κι όμως, εδώ και δυόμισι αιώνες (αλλά με σημαντικές εξαιρέσεις που θα πούμε παρακάτω) το πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ λειτουργεί σχετικά ομαλά, χωρίς καταχρήσεις εξουσίας και εκμετάλλευση των μεγάλων περιθωρίων που αφήνουν οι θεσμικοί κανόνες. Γιατί γίνεται αυτό; Σε ποιο πλαίσιο βασίζονται οι υποτιθέμενοι στιβαροί θεσμοί των ΗΠΑ; Στις νόρμες, λένε οι συγγραφείς. Στις συνήθειες. Στους άγραφους νόμους, τις δημοκρατικές παραδόσεις που όλοι -ή σχεδόν όλοι- στο πολιτικό προσωπικό σέβονται.

Ποιες είναι αυτές οι παραδόσεις; Ο σεβασμός ανάμεσα στα κόμματα ο σεβασμός και η μακροθυμία στη λειτουργία των θεσμών. Η αντίληψη ότι ο αντίπαλος δεν είναι εχθρός του έθνους, απλά συναγωνιστής με διαφορετικές απόψεις. Η αναγνώριση ότι το αντίπαλο κόμμα δικαιούται να συμμετέχει σε εκλογές, ο σεβασμός στη νίκη του. Η κατανόηση ότι δεν πρέπει να ξεχειλώνεις τυχόν παραθυράκια του νόμου για να κατανικήσεις τον πολιτικό αντίπαλο. Ότι δεν είναι σωστό. Γιατί μπορεί και να είναι νόμιμο. Αλλά δεν είναι πρέπον. Αυτά δεν είναι αυτονόητα πράγματα. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να επικρατήσουν και γεννήθηκαν μέσα από σκοτεινές, ντροπιαστικές συνθήκες.

Αλλά και πάλι, όπως είπαμε, εξαιρέσεις υπήρξαν. Ο Φράνκλιν Ντελάνο Ρούσβελτ, ο οποίος θεωρείται ένας από τους καλύτερους Προέδρους όλων των εποχών, προσπάθησε να αλλάξει τον αριθμό των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να βάλει δικούς του. Εξέδωσε πάνω από 3.000 Προέδρικά διατάγματα, πολύ περισσότερα από οποιονδήποτε άλλον. Και ήταν ο πρώτος που εκμεταλλεύτηκε την απουσία κάθε νομικού περιορισμού στον αριθμό των θητειών ενός Προέδρου. Εξελέγη τέσσερις φορές. Μέχρι τότε όλοι οι Πρόεδροι έκαναν μέχρι δύο θητείες εθιμικά, επειδή αυτό είχε κάνει ο Τζορτζ Ουάσινγκτον. Δεν υπήρχε νόμος, υπήρχε συνήθεια. Άγραφος κανόνας. Μετά τον Ρούσβελτ, παρεμπιπτόντως, το 1951 κατοχυρώθηκε στο Σύνταγμα το όριο των δύο θητειών. Και υπήρξαν και πολλές άλλες παρεκκλίσεις από τους “άγραφους” κανόνες της αστικής δημοκρατίας των ΗΠΑ. Οι εκλογικοί νόμοι του Νότου μετά τον εμφύλιο, που ήταν ειδικά σχεδιασμένοι για να αποκλείουν από τις κάλπες τους μαύρους. Μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο οι αμερικάνοι έφτιαξαν στρατόπεδα συγκέντρωσης και έκλεισαν μέσα τους αμερικανούς πολίτες Ιαπωνικής καταγωγής. Αργότερα ο Τζορτζ Μακάρθι ξεκίνησε ένα -απολύτως νόμιμο, ακραία επονείδιστο- κυνήγι κατά των κομμουνιστών. Ο Νίξον έβαλε κοριούς στους πολιτικούς του αντιπάλους. Οι Ρεπουμπλικάνοι έστησαν μια γιγάντια διαδικασία για να καθαιρέσουν τον Μπιλ Κλίντον.

Το τελευταίο διάστημα έχουμε μια κλιμάκωση αυτής της κατάρρευσης των άγραφων κανόνων της αμερικανικής δημοκρατίας. Η πόλωση ανάμεσα στα κόμματα έχει φτάσει στα άκρα. Όταν ο Ομπάμα έγινε Πρόεδρος οι πολιτικοί του αντίπαλοι άρχισαν να αμφισβητούν ακόμα και το αν είναι Αμερικανός πολίτης. Το 2016, για πρώτη φορά σε 150 χρόνια η Γερουσία αρνήθηκε να εγκρίνει τον υποψήφιο που πρότεινε ο Πρόεδρος για την κενή θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Τα δύο κόμματα εξουσίας έχουν επίσης αλλάξει χαρακτήρα τις τελευταίες δεκαετίες. Τη δεκαετία του 1950 μόνο το 7% των ψηφοφόρων των Δημοκρατικών ανήκαν σε φυλετικές μειονότητες. Το 2012 το ποσοστό ήταν 44%. Την ίδια στιγμή το 90% των ψηφοφόρων των Ρεπουμπλικάνων είναι λευκοί. Τα κόμματα έχουν χωριστεί όχι σε θέματα οικονομικά, φόρων ή μεγέθους του κράτους, αλλά σε φυλετικές και θρησκευτικές γραμμές, σε θέματα ανελαστικά, στα οποία είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί σημείο επαφής. Το πολιτικό προσωπικό ακολουθεί αυτή την πόλωση. Υπό τις ιαχές του πλήθους στις προεκλογικές συγκεντρώσεις του Τραμπ, που ούρλιαζε να βάλουν φυλακή τη Χίλαρι Κλίντον, πνίγηκε κάθε ανοχή και σεβασμός στο τι είναι πρέπον, κάθε σεβασμός στο δικαίωμα το αντιπάλου να συμμετέχει, κάθε άγραφος κανόνας της αμερικανικής δημοκρατίας και κάθε αφελής ψευδαίσθηση περί στιβαρών δημοκρατικών θεσμών.

Αυτό το κλίμα πολέμου, η χρήση κάθε διαθέσιμου νόμιμου εργαλείου για την διάλυση του εχθρού, η κατάλυση κανόνων καλής συμπεριφοράς και η καταπάτηση άγραφων κανόνων είναι ενδειξη της φθοράς του πολιτεύματος. Και σε ένα τέτοιο περιβάλλον ένας Τραμπ μπορεί να φτάσει μέχρι την Προεδρία.

Υπάρχει όμως ένα καλό και ένα κακό νέο που προκύπτει από το βιβλίο.

Οι ηγέτες που θέλουν να γίνουν όντως να ξεχαρβαλώσουν τη δημοκρατία και να γίνουν αυταρχικοί μονάρχες το πετυχαίνουν μόνο όταν έχουν πολύ υψηλά ποσοστά αποδοχής. Ο Ερντογάν, ο Πούτιν, ο Τσάβες είχαν όλοι τεράστια ποσοστά αποδοχής την εποχή που περνούσαν όλες αυτές τις φαινομενικά νόμιμες και άκακες μεταρρυθμίσεις (στα ΜΜΕ, στη δικαιοσύνη, στο Σύνταγμα) που κατέτρωγαν τις δημοκρατίες των χωρών τους σα σαράκι. Ο Τραμπ έχει το χαμηλότερο ποσοστό αποδοχής Προέδρου στην πρόσφατη ιστορία. Οπότε οι δυνατότητες να εκμεταλλευτεί τη θέση του για να ξεχαρβαλώσει τους αμερικανικούς δημοκρατικούς θεσμούς περισσότερο είναι λίγες. Αυτό είναι το καλό.

Το κακό είναι ότι ο μόνος ασφαλής τρόπος να εκτοξευτούν τα ποσοστά αποδοχής ενός ηγέτη στα ουράνια, όσο άσχετος κι αντιπαθής κι αν είναι, είναι μια κρίση. Μια μεγάλη τρομοκρατική επίθεση, ένας πόλεμος, μια τρομερή κατάσταση έκτακτης ανάγκης που κάνει το λαό να συντάσσεται πίσω από έναν αρχηγό και του παρέχει όλες τις εξουσίες που χρειάζεται για να την αντιμετωπίσει (νομίζει ο λαός) ή για να κατοχυρώσει την εξουσία του. “Φοβόμαστε πως αν ο Τραμπ αντιμετώπιζε έναν πόλεμο ή μια τρομοκρατική επίθεση, θα αξιοποιούσε αυτή την κρίση στο έπακρο για να επιτεθεί σε πολιτικούς αντιπάλους και για να περιορίσει ελευθερίες που οι Αμερικανοί θεωρούν δεδομένες”, γράφουν οι συγγραφείς του. “Κατά τη γνώμη μας, αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει η αμερικανική δημοκρατία σήμερα”.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ