ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Το μόνον της Αριστεράς συναισθηματικό «πλεονέκτημα»

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οταν ως κατηγορούμενος για την τέλεση ποινικού αδικήματος με βαρύνουσα προφανώς ηθική απαξία, όπως κατ’ εξοχήν τα αναγραφόμενα στο άρθρο 86 του Συντάγματος, φέρεται ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο οποίος μάλιστα δεν επεζήτησε ποτέ ο ίδιος την απόλαυση του πρωθυπουργικού θώκου, αλλ’ αποδέχθηκε το αξίωμα αυτό, υπείκων στο σχετικό κέλευσμα της Πολιτείας, το έγκλημα το φοβερό έχει ήδη πλήρως συντελεσθεί. Μικρή μόνον έχει πλέον σημασία αν η αποδιδόμενη σ’ αυτόν ατιμωτική κατηγορία αποδειχθεί κάποια στιγμή ουσιαστικά αβάσιμη ή ακόμη και καταφανώς πεποιημένη.

Τετελεσμένο ήδη με την επίσημη διατύπωση μιας τέτοιας αιτιάσεως έγκλημα δεν είναι βέβαια αυτό, για το οποίο κατηγορείται ο πρόεδρος του ΣτΕ, αλλ’ εκείνο που έγκειται στον αλόγιστο θρυμματισμό του ιδανικού προτύπου έντιμου και ανιδιοτελούς πολίτη, που ο φορέας του αξιώματος αυτού παριστά. Στη συνείδηση πράγματι κάθε Ευρωπαίου πολίτη είναι αδιανόητη η απόδοση μιας τέτοιας μομφής στο πρόσωπο του προέδρου του ανωτάτου δικαστηρίου της χώρας. Οι άνθρωποι που φθάνουν στην κορυφή αυτήν της δικαστικής εξουσίας, άνθρωποι που έχουν τάξει ως διαρκή αγώνα του βίου τους τη διακονία της ιερής υποθέσεως της απονομής δικαιοσύνης, δεν ρέπουν προς απόλαυση αθέμιτου πλουτισμού· a priori δεν μπορεί να είναι κλέφτες. Δεν θέλει ο Ελληνας πολίτης ν’ ακούσει και δεν πρέπει να πιστεύει ότι μπορεί στη χώρα του να ευτελίζεται σε τέτοιον βαθμό το κράτος δικαίου, ώστε να ανέχεται θεσμικά τη στοιχειοθέτηση της παραπομπής του προέδρου του ΣτΕ με μόνη τη μαρτυρία –κι αυτήν απλή εικασία– ενός ανθρώπου που αρνείται να δείξει το πρόσωπό του.

Η απόλυτη πίστη στην ακεραιότητα των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών, και συνεκδοχικά στην ηθική αυθεντία της δικαστικής εξουσίας του κράτους, έχει καθ’ εαυτήν –ως θεμελιώδης «κανονιστική προσδοκία» («normative Erwartung») των κοινωνών με την έννοια του Niklas Luhmann– τόσο προφανώς μεγαλύτερη κοινωνική αξία, σε σχέση με τη βλάβη που ασφαλώς θα προκαλούσε μια in concreto (περιστασιακή) διάψευσή της, ώστε τελικά αξίζει να την κηρύττει κανείς ανεπιφύλακτα.

Από αυτήν συνεπώς τη σκοπιά, ήδη η κίνηση της διαδικασίας αποδόσεως ποινικής ευθύνης σ’ έναν πρόεδρο του ΣτΕ έχει κλονίσει συθέμελα τον ασάλευτο πύργο της Δικαιοσύνης. Το είδωλο του έντιμου λειτουργού έχει τώρα μεταβληθεί σε θλιβερό ερείπιο, δηλητήριο φοβερό έχει ενσταλαχθεί στα σωθικά της αστικής δημοκρατίας και το διεθνές κύρος της χώρας έχει ανήκεστα καταρρακωθεί. Ησσονος σημασίας ίσως, σε σχέση με την υπέρογκη βλάβη των θεσμών, είναι το γεγονός ότι, συνάμα η αξιοπρέπεια του φερομένου ως υπαιτίου συγκεκριμένου προσώπου έχει τρωθεί ανεπανόρθωτα. Μόνο το δάκρυ του κ. Πικραμμένου θα μείνει στη θύμηση των ανθρώπων ως σημείο που καταυγάζει την αθωότητά του και διαλαλεί την πίστη του στη, συνταγματικά διαγορευόμενη, ηθική υπεροχή της αξίας του ανθρώπου.

Καθώς, όμως, η τιμή και η υπόληψη του ηθικού, με την καντιανή έννοια, προσώπου είναι κατά βάσιν αστικές αρετές και φιλελεύθερης συλλήψεως έννομα αγαθά, την αξία των οποίων η ματεριαλιστικά σκεπτόμενη Αριστερά δεν έχει ιδιαίτερο λόγο να σέβεται, ζήσαμε επί πλέον και το θλιβερό για τη λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας φαινόμενο, την ώρα που ο κ. Πικραμμένος πάσχιζε με λυγμούς να υπερασπισθεί την τιμή του, κάποιος αναιδής από κάτω, βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος προφανώς, να γελάει. Διόλου παράξενο αν σκεφθεί κανείς ότι και ο κ. Τσίπρας, όταν εξήγγειλε την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, με γέλιο ειρωνικό συνόδευε την απατηλή, όπως αποδείχθηκε, υπόσχεσή του. Ελλείψει ηθικής υπεροχής, φαίνεται ότι το γέλιο ως συνοδευτική της απρέπειας έκφραση θριαμβευτικού χλευασμού αποτελεί τελικά το μόνον της Αριστεράς συναισθηματικό «πλεονέκτημα».

Το γέλιο, όμως, όταν ο Αλλος ξεσπάει σε αναφιλητά, για την άδικη προσβολή της τιμής του, είναι της ξιπασιάς το πιο γνήσιο τέκνο. Αλλ’ η ξιπασιά είναι Υβρις με το νόημα με το οποίο ο όρος αυτός απαντά στην αρχαία ελληνική τραγωδία· και μετά την Υβριν, μας έχει διδάξει ο Αισχύλος, αναπόδραστα επακολουθεί η Δίκη. Ωρα συνεπώς να σκεφθεί ενδεχομένως κανείς μήπως η κόρη αυτή της Θέμιδος αναζητήσει τούτην τη φορά –όταν ο κουρνιαχτός που σηκώθηκε στη χώρα από την υπόθεση Novartis θα έχει εντελώς κατακαθήσει– την αληθινή της στέγη στο άρθρο 134 του Ποινικού Κώδικα. Και τότε θα μάθουν οι Νεοέλληνες ότι το παιχνίδι της δημοκρατικής λειτουργίας παίζεται επί ίσοις όροις· και κανείς δεν μπορεί να νοθεύει τους κανόνες που θεσπίζουν αυτήν την ισότητα μεταξύ των κομμάτων. Ως πότε, όμως, στον τόπο τούτον θα φέρνει κύκλους αυτό το μιαρό «μνησικακείν προς αλλήλους»; Του Γένους αυτή η κατάρα;

* Ο κ. Παναγιώτης Παπανικολάου είναι ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ