ΕΛΛΑΔΑ

Αισθητήρες μπορούν να προειδοποιούν για κατολισθήσεις

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΛΙΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την ανάγκη τοποθέτησης συστημάτων παρακολούθησης και προειδοποίησης στη Διώρυγα της Κορίνθου αναδεικνύει η πρόσφατη κατολίσθηση. Επιστήμονες που μελέτησαν πιλοτικά ορισμένα από τα επικίνδυνα σημεία των τεχνητών πρανών στο πρόσφατο παρελθόν, υποστηρίζουν την ανάγκη να μελετηθούν τα σημεία όπου παρουσιάζονται ρηγματώσεις, όχι μόνο για να αποτραπούν οι οικονομικές συνέπειες ενός ενδεχόμενου κλεισίματος της διώρυγας, αλλά και για τη σωτηρία ανθρώπινων ζωών.

Η Διώρυγα της Κορίνθου έχει μήκος 6,3 χιλιόμετρα, ωφέλιμο πλάτος 24,6 μέτρα και βάθος περί τα 8 μέτρα. Στο υψηλότερο σημείο η απόσταση του φυσικού εδάφους από τη θάλασσα είναι 79 μέτρα, ωστόσο λόγω της σιδηροδρομικής και της οδικής γέφυρας περιορίζεται για τη διέλευση πλοίων στα 52 μέτρα. Η Διώρυγα είναι επενδεδυμένη με λιθοδομή στο μεγαλύτερο μήκος της από τον βυθό μέχρι και 2 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Τα πρανή είναι σε τεχνητά, άρα και «απότομα» με τη μέση κλίση τους να είναι περίπου 75°.

Ως αποτέλεσμα, μέχρι σήμερα έχουν γίνει δεκάδες κατολισθήσεις στη διώρυγα, οι οποίες οδήγησαν στο ολιγοήμερο ή και πολύμηνο κλείσιμό της – η πρώτη το 1894, μόλις ένα έτος μετά τα εγκαίνιά της. Η σοβαρότερη, όμως, δεν συνδέεται με φυσικά αίτια αλλά με την ανατίναξη του Ισθμού από τους Γερμανούς στις 3 Οκτωβρίου 1944 (χρειάστηκε να περάσουν πέντε χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί η διάνοιξή της). Η τελευταία μεγάλη κατολίσθηση έγινε το 1997 και οδήγησε στο κλείσιμό της για έναν μήνα, ενώ δύο ακόμα κατολισθήσεις ακολούθησαν το επόμενο έτος.

Παρά την τεράστια σημασία που έχει η διώρυγα για την οικονομία της χώρας, λίγες μελέτες έχουν γίνει όλα αυτά τα χρόνια για την κατάσταση των πρανών της. Μία από τις πιο συστηματικές έγινε το 2001 από το ΕΛΚΕΘΕ, που κατέγραψε την κατάσταση των υποθαλάσσιων πρανών τής διώρυγας: όπως κατέληξε, τα πρανή της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου είχαν υποχωρήσει συνολικά σε μήκος 2,4 χλμ. (περισσότερο από το ένα τρίτο του συνολικού της μήκους) και οι καταπτώσεις βράχων συνδέονταν σχεδόν πάντα με αντίστοιχη κατάρρευση στα υποθαλάσσια τμήματα, κυρίως στα σημεία τομής των πρανών με σεισμικά ρήγματα.

Προ διετίας, στο πλαίσιο μεταπτυχιακής διατριβής, μελετήθηκαν ορισμένα από τα πιο επισφαλή σημεία με μια νέα μέθοδο (μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Πρόληψη και διαχείριση φυσικών καταστροφών», τοπογράφος μηχανικός Χρ. Λεούσης, επιβλέπων επικ. καθηγητής Μαν. Βασιλάκης από το Πανεπιστήμιο Αθηνών σε συνεργασία με τον καθηγητή Βασ. Παγούνη από το ΤΕΙ Αθήνας). Τοποθετήθηκαν αισθητήρες που αποτύπωσαν με εξαιρετικά υψηλή ακρίβεια τμήμα επικίνδυνων πρανών με εξοπλισμό τεχνολογίας λέιζερ με σκοπό να δημιουργηθούν τρισδιάστατα μοντέλα και να εντοπιστούν οι ενεργές ρηγματώσεις που ενδεχομένως να αποτελέσουν την αιτία αποκόλλησης ογκόλιθων. Σε επόμενη φάση τοποθετήθηκαν αισθητήρες στα σημεία όπου εντοπίστηκαν μεταβολές, οι οποίοι κατέγραφαν για αρκετό χρονικό διάστημα μικρομετακινήσεις και μετέδιδαν τις πληροφορίες αυτές, ώστε να αναπτυχθεί ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για καταπτώσεις εντός του καναλιού. Μάλιστα, σε ένα από τα σημεία η μελέτη εντόπισε «διάνοιξη» μιας ρηγμάτωσης κατά 8 εκατοστά μέσα σε λίγους μήνες.

«Η μεθοδολογία αυτή απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αλλά ποτέ δεν προχώρησαν η υιοθέτησή της και η επιχειρησιακή εφαρμογή της», λέει στην «Κ» ο κ. Βασιλάκης. «Είναι μία ακόμα ενδεικτική περίπτωση, που ενώ παράγεται επιστήμη από ελληνικούς φορείς, δεν αξιοποιείται, τουλάχιστον μέχρι να εκδηλωθεί ένα καταστροφικό φαινόμενο. Στο περιστατικό της πρόσφατης κατάπτωσης στη Διώρυγα της Κορίνθου, από τύχη δεν θρηνήσαμε θύματα και αυτό θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί σε περίπτωση εγκατάστασης ενός συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης, όχι κατ’ ανάγκη σαν αυτό που χρησιμοποιήσαμε».

«Η εμπειρία της μελέτης μας απέδειξε την ανάγκη να τοποθετηθεί ένας “κάνναβος” από αισθητήρες που να μπορεί να προειδοποιήσει σε πραγματικό χρόνο για κατολισθήσεις, ώστε να διακόπτονται η είσοδος και έξοδος από τον Ισθμό», προσθέτει ο κ. Παγούνης. Οπως επισημαίνουν οι επιστήμονες, η πολιτεία πρέπει να προχωρήσει άμεσα στη χαρτογράφηση των επικίνδυνων τμημάτων των πρανών, ενώ θα έπρεπε να εξεταστεί και ανακατασκευή των κρηπιδότοιχων που έχουν καταστραφεί, ως μέσο πρόληψης και αντιστήριξης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ