ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ο πρόεδρος της Ιρλανδίας στην «Κ»: Οι λάθος χειρισμοί της Ε.Ε. για την Ελλάδα

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός υποχωρεί, αν και δυστυχώς αυτό που εμφανίζεται στον ορίζοντα ως εναλλακτική είναι ένας επικίνδυνος εθνικισμός, τονίζει στην «Κ» ο πρόεδρος της Ιρλανδίας Μάικλ Χίγκινς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κριτική στον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι εταίροι συμπεριφέρθηκαν στην Ελλάδα στο πλαίσιο της κρίσης, ασκεί σε συνέντευξή του στην «Κ» ο πρόεδρος της Ιρλανδίας, Μάικλ Χίγκινς, ο οποίος επισκέφθηκε πρόσφατα την Αθήνα και συναντήθηκε με τον ομόλογό του Προκόπη Παυλόπουλο, τον πρωθυπουργό Αλ. Τσίπρα, και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κ. Μητσοτάκη. Σε ό,τι αφορά την κρίση στη δική του χώρα, υπογραμμίζει ότι η διαπραγματευτική θέση του Δουβλίνου έναντι της τρόικας ήταν πιο ισχυρή, καθώς η οικονομία τής χώρας στηρίχθηκε σε σημαντικό βαθμό στις αυξημένες εξαγωγές. Μιλά τέλος για την προσφυγική κρίση και επικρίνει την Ενωση για την περιορισμένη στήριξη που προσέφερε στην Ελλάδα.

– Πώς χειρίστηκε η Ιρλανδία τη δική της κρίση;

– Η συρρίκνωση των μισθών στον δημόσιο τομέα έφθασε στο 18-20%. Η δική μας κρίση προήλθε από τη φούσκα στον στεγαστικό τομέα. Τόσο λόγω του φθηνού δανεισμού από την Ευρώπη όσο και από την πλήρη κατάρρευση των ελέγχων και κανόνων στη Γουόλ Στριτ που οδήγησαν στην κατάρρευση των στεγαστικών δανείων. Ηταν μια τραπεζική κρίση.

– Πόσο διαφορετική ήταν η κατάσταση για εσάς;

– Είμαστε διαφορετικοί από τις μεσογειακές οικονομίες και υπό μία έννοια αυτό ενίσχυσε τη διαπραγματευτική μας θέση έναντι της τρόικας. Είχαμε μεγάλο εξαγωγικό τομέα. Παρουσιάσαμε αύξηση των εξαγωγών κατά 40%. Και αυτό μας έδωσε αυξημένο κύρος. Ετσι, μειώθηκε η ανεργία, που είναι σήμερα 6%, το εμπόριο πάει πολύ καλά και το χρέος είναι υπό έλεγχο.

– Επιβλήθηκαν και σε εσάς επώδυνες προσαρμογές;

– Επιβλήθηκαν περιορισμοί και έγιναν προσαρμογές, αλλά ο κύριος τρόπος με τον οποίο ξεπεράσαμε τη δική μας κρίση ήταν μέσω των εξαγωγικών μας επιδόσεων. Αυτή είναι η διαφορά με χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία και οι μεσογειακές οικονομίες. Αλλά, όπως σας είπα, είχαμε πιο ισχυρή διαπραγματευτική θέση.

– Δηλαδή;

– Μας πρότειναν να μειώσουμε τον κατώτατο μισθό. Αρνηθήκαμε. Διαπραγματευθήκαμε σκληρά και σε άλλους τομείς του δημοσίου τομέα. Θεωρώ προκλητικό και απαράδεκτο ότι επιβλήθηκε η μείωση συντάξεων στην Ελλάδα σε χαμηλοσυνταξιούχους που ζούσαν όχι μόνο τον εαυτό τους αλλά και ολόκληρες οικογένειες. Επίσης, οι πιέσεις που ασκήθηκαν στις ελληνικές κυβερνήσεις για ιδιωτικοποιήσεις ήταν υπερβολικές. Πέρα από την οικονομία πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη και το κοινωνικό κόστος. Να βλέπουμε τι ποσοστό των μέτρων «πέφτει» στην πραγματική οικονομία. Υπάρχει έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης που δείχνει ότι το μεγαλύτερο βάρος έπεσε στους πιο φτωχούς. Στην περίπτωση της Ελλάδας νομίζω ότι το 80% πήγε ουσιαστικά στις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες και μόλις το 20% στην ελληνική οικονομία. Το έχω πει πολλές φορές, το είχα συζητήσει και με τον Ιταλό ομόλογό μου Τζόρτζιο Ναπολιτάνο. Είχα σοκαριστεί από τη γλώσσα που κάποιοι χρησιμοποιούσαν στη διάρκεια της κρίσης.

– Γενικά ή στην περίπτωση της Ελλάδας;

– Γενικά, αλλά και ειδικότερα στην περίπτωση της Ελλάδας. Τόνιζα ότι μέλη της Ενωσης δεν είναι δυνατόν να μιλούν έτσι ο ένας για τον άλλο. Πώς μπορεί να αποδεχόμαστε να μιλούν έτσι για τον ελληνικό λαό; Είχαμε τα 30 χρόνια μετά τον πόλεμο που οικοδομήθηκαν η κοινωνική Ευρώπη, το Εθνικό Σύστημα Υγείας της Βρετανίας, κ.ά. Και ακολούθησαν τα τελευταία 30 χρόνια που η προσέγγιση είναι πλέον ότι όλα αυτά και η ευημερία των πολιτών μπορούν να διασφαλιστούν μέσα από την ελεύθερη αγορά. Αυτό είναι θεωρητικά ανεπαρκές, μεθοδολογικά ύποπτο, και πρακτικά αναπόδεικτο.

– Υπό αυτό το πρίσμα πώς διαγράφεται το μέλλον της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης;

– Εχει χαθεί η επαφή ανάμεσα στους Ευρωπαίους πολίτες και στο σύστημα διακυβέρνησης της Ε.Ε. Ο εξτρεμισμός και η δημαγωγία που βλέπουμε να αναπτύσσεται είναι σύμπτωμα αυτής της εξέλιξης, της αίσθησης των πολιτών ότι έχουν αποκλειστεί. Η συζήτηση που αρχίζει είναι για την κοινωνική Ευρώπη. Και αυτό δεν είναι κάτι νέο.

– Πώς αποτιμάτε τη στάση της Ελλάδας στην προσφυγική κρίση;

– Ακούμε συχνά για το ένα εκατομμύριο πρόσφυγες που έχουν πάει στη Γερμανία αλλά όχι τόσο για τις 180.000 που άρχισαν να έρχονται στην Ελλάδα το 2015 και τα χρόνια που ακολούθησαν. Οι πρώτοι που πήγαν στη Γερμανία ήταν από τη μεσαία τάξη της Συρίας. Oι μετανάστες συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη. Σε παγκόσμιο επίπεδο το 10% της ανάπτυξης προήλθε από μετανάστες. Υπολογίζεται ότι μετά την πάροδο τριών ετών, οι μετανάστες αρχίζουν να έχουν θετικό πρόσημο για την οικονομία. Στην περίπτωση των μεταναστών που πήγαν στη Γερμανία το επίπεδο ήταν υψηλότερο και έτσι άρχισαν να συνεισφέρουν πολύ νωρίτερα στη γερμανική οικονομία. Σε αντιδιαστολή, αυτοί που ήρθαν στην Ελλάδα επιβάρυναν την ελληνική οικονομία. Γι’ αυτό θα έπρεπε να είχε δοθεί πολύ νωρίτερα και περισσότερη οικονομική βοήθεια στην Ελλάδα και δεν νομίζω ότι έχουν αναγνωριστεί στον βαθμό που θα έπρεπε όσα έχουν κάνει οι Ελληνες σε επίπεδο φιλοξενίας και προσφοράς.

– Τι θα έπρεπε να είχε γίνει;

– Αν από την αρχή είχαμε μια πιο ενιαία και συντονισμένη αντίδραση από την Ε.Ε., όλα θα ήταν πιο εύκολα για όλους. Το πρώτο επίπεδο αφορά μια διαδικασία διευκόλυνσης της επιστροφής των προσφύγων στις χώρες από τις οποίες ήρθαν. Αν περάσει αυτό το στάδιο, υπάρχει ένα δεύτερο, που αφορά τη στέγαση, την εκπαίδευση και την ενσωμάτωση όσων μείνουν στις κοινωνίες και το τρίτο αφορά την επένδυση που μπορούν να κάνουν οι ευρωπαϊκές χώρες για να στηρίξουν τις κοινότητες που υποδέχονται μετανάστες και πρόσφυγες. Σε όλη αυτή τη διαδικασία, η Ε.Ε. δεν στήριξε την Ελλάδα όσο θα έπρεπε. Οταν θα κοιτάμε πίσω σε αυτή τη χρονική περίοδο, ένα κριτήριο θα είναι πώς χειρίστηκε κάθε χώρα την προσφυγική κρίση και η Ελλάδα το έκανε πολύ καλά. Αντίθετα, άλλες χώρες της Ε.Ε. δεν ανταποκρίθηκαν στον βαθμό που θα έπρεπε και στο πλαίσιο αυτό ορθώς αποτελούν σήμερα αντικείμενο κριτικής.

– Πόσο δύσκολο θα είναι το μέλλον;

– Το 50% της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού από το 2025 έως το 2050 θα λάβει χώρα στην Αφρική, 1,3 δισ. άνθρωποι. Εχουμε όλοι μας μια τεράστια πρόκληση μπροστά μας να καταλήξουμε σε μοντέλα ανάπτυξης που θα βοηθήσουν τις χώρες της Αφρικής να διατηρήσουν τον πληθυσμό τους στην επικράτειά τους. Για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα αποτελεσματικά πρέπει να πάμε στη ρίζα του.

Λείπει η συνοχή

– Θα υπάρξει Ευρώπη δύο ταχυτήτων;
 
– Κοιτάξτε, είναι θετικό να έχουμε τη γαλλογερμανική συζήτηση. Αλλά αν περιοριστούμε σε αυτή, θα πρόκειται για μια διμερή συμφωνία και όχι συζήτηση όλης της Ευρώπης. Ολα τα μέλη πρέπει να συμμετάσχουν. Χρειαζόμαστε συνοχή στο εσωτερικό των χωρών αλλά και μεταξύ τους. Την είχαμε την εποχή της Συνθήκης της Λισσαβώνας, αλλά την απωλέσαμε ως στόχο μετά το Μάαστριχτ. Δεν είναι δυνατόν ένα κράτος-μέλος να έχει πλεονάσματα δισεκατομμυρίων και τα άλλα να δοκιμάζονται σε αντίξοες συνθήκες.
 
– Και γιατί οι χώρες του Βορρά να ακούσουν την περιφέρεια;

 

– Διότι αν δεν την ακούσουν, θα αναγκαστούν να ζήσουν με τις συνέπειες της στάσης τους. Ξέρετε, χρωστάμε πολλά στην Ενωση για τα θετικά όπως είναι η ισότητα αποδοχών, υπεύθυνες πολιτικές για το περιβάλλον και πολλά άλλα. Ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός υποχωρεί, αν και δυστυχώς αυτό που εμφανίζεται στον ορίζοντα ως εναλλακτική είναι ένας επικίνδυνος εθνικισμός.

 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ