ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Εμβληματική μορφή της μεταπολεμικής Γερμανίας, ο Βίλι Μπραντ έφερε τους Σοσιαλδημοκράτες στην καγκελαρία το 1969, περίπου σαράντα χρόνια μετά τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αφήνοντας τους Χριστιανοδημοκράτες εκτός κυβέρνησης για πρώτη φορά στην ιστορία τους.

Γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1913 στο Λίμπεκ της Βόρειας Γερμανίας και το πραγματικό του όνομα ήταν Χέρμπερτ Ερνστ Καρλ Φραμ. Εχοντας ταπεινή καταγωγή εργαζόταν από παιδί και εντάχθηκε νωρίς στη σοσιαλιστική νεολαία. Το 1933 και αφού είχε διοργανώσει διαδήλωση διαμαρτυρίας για τη σύλληψη από τους ναζί του σοσιαλιστή βουλευτή Γιούλιους Λέμπερ, με τον οποίο συνδεόταν στενά, διέφυγε κρυφά με το ψευδώνυμο «Βίλι Μπραντ» στη Νορβηγία, όπου τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με τη νορβηγική αντίσταση και έκανε σπουδές Ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Οσλο. Οταν η ναζιστική Γερμανία θα επιτεθεί αιφνιδιαστικά στη Νορβηγία το 1940, ο αντιστασιακός Μπραντ, παρότι συνελήφθη από την Γκεστάπο, δεν θα αναγνωριστεί και τελικά θα διαφύγει στη Σουηδία, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εργαζόμενος ως δημοσιογράφος.

Από τη δημαρχία του Βερολίνου στην καγκελαρία
 

Προσκύνημα του καγκελαρίου Μπραντ στο εβραϊκό γκέτο της Βαρσοβίας, 1970.

Μετά τον πόλεμο, ο Μπραντ θα δραστηριοποιηθεί στην πολιτική ζωή. Το 1948 επανακτά τη γερμανική του υπηκοότητα, που του είχε στερήσει το ναζιστικό καθεστώς, υιοθετεί επισήμως το όνομα «Βίλι Μπραντ» και εντάσσεται στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, του οποίου θα αναδειχθεί ομοσπονδιακός βουλευτής στις εκλογές του 1949. Η εννιάχρονη θητεία του (1957-1966) ως κυβερνήτη-δημάρχου του Δυτικού Βερολίνου ενίσχυσε τη θέση του στην πολιτική σκηνή της Δυτικής Γερμανίας και του προσέφερε παγκόσμια φήμη, αφού έπρεπε να δράσει σε ένα από τα σημαντικότερα θέατρα του Ψυχρού Πολέμου. Ηταν η εποχή των πολλαπλών «κρίσεων του Βερολίνου», με αποκορύφωμα την ανέγερση του Τείχους το 1961.

Με τη στάση του ο Μπραντ κατάφερε να τηρήσει ευαίσθητες ισορροπίες και κυρίως να αποτρέψει μία στρατιωτική επέμβαση των Δυτικών συμμάχων, που θα μπορούσε να οδηγήσει την Ευρώπη σε μια νέα πολεμική αντιπαράθεση. Το 1964 εξελέγη αρχηγός του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD), θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1987. Ως ηγέτης του SPD, ο Μπραντ θα συμφωνήσει με τον Κουρτ Γκέοργκ Κίζινγκερ – εντολοδόχο καγκελάριο εκ μέρους των Χριστιανοδημοκρατών– να φέρει το κόμμα του στην κυβέρνηση του «Μεγάλου Συνασπισμού» το 1966 (με τον ίδιο ως αντικαγκελάριο και υπουργό Εξωτερικών) και θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να κατακτήσει την καγκελαρία τρία χρόνια αργότερα.

Η συνεργασία CDU-SPD, που μεταπολεμικά και μέχρι εκείνη την ώρα ήταν οι δύο αντίθετοι πόλοι του δυτικογερμανικού πολιτικού συστήματος, αν και αρχικά συντάραξε την πολιτική σκηνή της χώρας, σύντομα δικαιολογήθηκε από την ανάγκη αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης των μέσων της δεκαετίας του ’60, που δημιουργούσε προβληματισμό παρά το «οικονομικό θαύμα» των προηγούμενων ετών.

Η επιμονή του Μπραντ να συμπράξει με τους Χριστιανοδημοκράτες δικαιώθηκε, αφού έτσι το SPD κέρδισε σε δημοτικότητα και μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου 1969 κατάφερε να δημιουργήσει κυβέρνηση συνεργασίας με τους Ελεύθερους Δημοκράτες (FDP), με τον ίδιο να γίνεται ο τέταρτος καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας. Από το 1969 μέχρι το 1974 με τον Βίλι Μπραντ και στη συνέχεια μέχρι το 1982 με τον Χέλμουτ Σμιτ, συνολικά δηλαδή για 13 συνεχόμενα χρόνια, οι Σοσιαλδημοκράτες θα μπορούσαν να ασκήσουν την πολιτική τους.

Η Οστπολιτίκ του «καγκελαρίου της ειρήνης»

Σε αντίθεση με την πολιτική του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος – που ήθελε να αγνοήσει και να απομονώσει το κομμουνιστικό καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας λόγω του αντιδημοκρατικού χαρακτήρα του και στο πλαίσιο του «δόγματος Χάλσταϊν», που προέβλεπε ότι η Βόννη θα διακόπτει διπλωματικές επαφές με κάθε χώρα που συνάπτει διπλωματικές σχέσεις με το «άλλο γερμανικό κράτος» – από την πλευρά τους, οι Σοσιαλδημοκράτες προσπάθησαν να επιτύχουν μεγαλύτερη ελευθερία για τους Ανατολικογερμανούς και κάποια συνεργασία μεταξύ των δυο Γερμανιών, αλλά και μεταξύ της Δυτικής Γερμανίας και άλλων ανατολικοευρωπαϊκών κρατών, εφαρμόζοντας την πολιτική «αλλαγή μέσω επαναπροσέγγισης» (Wandel durch Annäherung).


Η ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου το 1961 έφερε τον Βίλι Μπραντ, τότε δήμαρχο της πόλης, στο προσκήνιο της διεθνούς επικαιρότητας.

Ηδη, μπαίνοντας στην κυβέρνηση «Μεγάλου Συνασπισμού», ο Βίλι Μπραντ υποστήριξε πολιτικές μείωσης της έντασης μεταξύ των δύο γερμανικών πόλων και ευρύτερα Ανατολής-Δύσης, θεωρώντας ότι η ακολουθούμενη μέχρι τότε πολιτική ούτε υπονόμευε το ανατολικογερμανικό κομμουνιστικό καθεστώς ούτε εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Βόννης και της Δύσης. Παράλληλα, διαβεβαίωνε ότι η στροφή στην ανατολική πολιτική της ομοσπονδιακής κυβέρνησης δεν έθετε σε κανένα κίνδυνο τους στενούς δεσμούς της με τη Δυτική Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Η νέα ανατολική πολιτική (Neue Ostpolitik) του σοσιαλδημοκράτη ηγέτη που ξεκίνησε το 1966 και εδραιώθηκε μετά το 1969 με τον ίδιο στην καγκελαρία, αποτέλεσε το πρώτο αποφασιστικό βήμα για την «ύφεση», δηλαδή τη μείωση της έντασης του ανταγωνισμού μεταξύ των δύο συνασπισμών στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Παρά την πίεση που δέχθηκε στο εσωτερικό της Δυτικής Γερμανίας, όπου τον κατηγορούσαν για εθνική προδοσία, ο καγκελάριος επέμεινε στην πολιτική του, πραγματοποιώντας την πρώτη συνάντηση με τον πρωθυπουργό της Ανατολικής Γερμανίας Βίλι Στοφ ήδη το 1970. Το άνοιγμά του στο ανατολικογερμανικό κράτος θα κορυφωθεί με τη «Θεμελιώδη Συνθήκη» του Δεκεμβρίου 1972, όταν η Δυτική Γερμανία θα αναγνωρίσει την Ανατολική. Παράλληλα, θα υπογράψει συμφωνίες με τη Σοβιετική Ενωση και την Πολωνία, που θα εκτονώσουν το ψυχροπολεμικό κλίμα. Ιδιαίτερα η κίνησή του να γονατίσει μπροστά στο μνημείο πεσόντων του γκέτο της Βαρσοβίας θα αποτυπώσει με τον πιο εκφραστικό τρόπο τη διάθεση προσέγγισης των ανατολικών χωρών, αναγνωρίζοντας παράλληλα τα εγκλήματα του ναζιστικού παρελθόντος.

Για την Οστπολιτίκ του, που επηρέασε άμεσα τη διεθνή πολιτική σκηνή, αλλά και για τη συμβολή του στην υποστήριξη των χωρών του Τρίτου Κόσμου ο Μπραντ τιμήθηκε με το Νομπέλ Ειρήνης το 1971.

Ευρωπαϊστής και δημοκράτης, καταδίκασε εμπράκτως τη δικτατορία στην Ελλάδα

Πέρα από την επαναπροσέγγιση των δύο Γερμανιών και γενικότερα της Δύσης με το ανατολικό μπλοκ, ο Βίλι Μπραντ εργάστηκε με συνέπεια για την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Κυρίως επέμεινε για να υποχωρήσουν οι γαλλικές ενστάσεις στην επέκταση της ΕΟΚ και συγκεκριμένα στην περίληψη της Βρετανίας στην Κοινότητα.

Παράλληλα, έμενε αταλάντευτος στις αρχές της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Χαρακτηριστική ήταν εκ μέρους του ιδίου προσωπικά και της κυβέρνησής του η χωρίς περιστροφές καταδίκη του δικτατορικού καθεστώτος στην Ελλάδα και η ξεκάθαρη θέση υπέρ της αποκατάστασης της Δημοκρατίας. Η άνοδός του στην καγκελαρία το 1969 συνέβαλε στην απομόνωση της κυβέρνησης των συνταγματαρχών. Στα τέλη αυτού του έτους η θέση του Μπραντ προσωπικά – που τάχθηκε στο πλευρό των σκανδιναβικών κυβερνήσεων– καθόρισε την τύχη της Ελλάδας στο Συμβούλιο της Ευρώπης, από το οποίο αποχώρησε το καθεστώς για να αποφύγει την καταδίκη για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την αποπομπή του.


Μια ιστορική στιγμή: η υπογραφή της Βασικής Συνθήκης μεταξύ των δύο γερμανικών κρατών, Δεκέμβριος 1972.

Ο επικεφαλής του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος είχε από νωρίς δώσει εμπράκτως το στίγμα του σε σχέση με το δικτατορικό καθεστώς στις συζητήσεις στην Μπούντεσταγκ, αλλά και όταν, επιστρέφοντας από επίσημη επίσκεψη στην Τουρκία, ως αντικαγκελάριος και υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης του «Μεγάλου Συνασπισμού», σε ενδιάμεση προσγείωση στον αερολιμένα της Αθήνας, αρνήθηκε να κατέβει από το αεροπλάνο, για να κάνει αισθητή την αντίθεσή του απέναντι στην πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. Ο ίδιος, εξάλλου, δέχθηκε να συναντηθεί με πολιτικούς, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου κ.ά., προκειμένου να γίνει γνωστή η από γερμανικής πλευράς αναγνώριση των αντιπάλων του καθεστώτος.

Καθοριστική επιρροή

Ο Βίλι Μπραντ υπήρξε ταλαντούχος πολιτικός, που σφράγισε την πολιτική ζωή της Γερμανίας και της Ευρώπης κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, θέτοντας τα θεμέλια για την επανένωση των δύο ευρωπαϊκών κόσμων. Παραιτήθηκε από την καγκελαρία το Μάιο του 1974, όταν στενός του συνεργάτης αποκαλύφθηκε ότι ήταν κατάσκοπος της Ανατολικής Γερμανίας, παρέμεινε ωστόσο επικεφαλής του κόμματός του. Η καθοριστική του επιρροή για τη Σοσιαλδημοκρατία φάνηκε από την παρουσία του στο τιμόνι του SPD για σχεδόν ένα τέταρτο αιώνος, αλλά και στην προεδρία της Σοσιαλιστικής Διεθνούς από το 1976 έως λίγες ημέρες πριν από το θάνατό του το 1992. Τρία χρόνια πριν, το 1989, ευτύχησε να δει να γκρεμίζεται το «Τείχος του Αίσχους», το οποίο είχε ανεγερθεί από την ανατολικογερμανική κυβέρνηση τον καιρό που ο ίδιος ήταν κυβερνήτης-δήμαρχος του Δυτικού Βερολίνου. Πολλοί συνέδεσαν τότε την πτώση του Τείχους με τη γερμανική πολιτική που εφαρμόστηκε μετά το 1969, όταν ερχόταν στην καγκελαρία αυτός ο οραματιστής πολιτικός.

* Ο κ. Δημήτρης Κ. Αποστολόπουλος είναι ερευνητής της Ακαδημίας Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ