ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενα διαφορετικό πρωτογενές πλεόνασμα

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΥΦΟΚΩΤΣΙΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις». Αυτή η φράση του Ελύτη αντανακλά τις ρίζες του Ελληνισμού, την εργατικότητα και τον μόχθο που στηρίζονται στον πρωτογενή τομέα, ο οποίος μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο για την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας.

Ο αγροτικός κλάδος, δεδομένου ότι ήταν και είναι ο θεμέλιος λίθος της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνίας διαχρονικά μέσα στην ιστορία της, συνιστά ένα γόνιμο έδαφος για επιχειρείν στα χρόνια του δυσμενούς οικονομικού κλίματος. Η γεωργία αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εργοδότη μετά το λιανεμπόριο (14% της απασχόλησης) και συμμετέχει στο ΑΕΠ σε ποσοστό 2,9%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 1,2%.

Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει τους κινδύνους που εγκυμονούν τα βαρίδια του παρελθόντος και η δυσκαμψία του κλάδου, που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις τεχνολογικές απαιτήσεις του 21ου αιώνα. Από την εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής τη δεκαετία του 1980 υπήρξε αύξηση των εισοδημάτων, η οποία, όμως, δεν αντικατοπτριζόταν στην παραγωγή, οδηγώντας έτσι σε εμπορικά ελλείμματα και κάλυψη της εγχώριας ζήτησης από εισαγωγές. Η ακόλουθη οικονομική κρίση κατακερμάτισε τον κλάδο.

Τα δημογραφικά στοιχεία που αποτυπώνουν τη σταδιακή συρρίκνωση των αγροτών και των αγροτικών περιοχών αποδεικνύουν την αστυφιλία της δεκαετίας του ’80, που κατέστησε τον πρωτογενή τομέα ελλειμματικό και απαξιωμένο. Ισως πρόκειται για μία ακόμα επίπτωση της στερεότυπης άποψης του περασμένου αιώνα: «Μάθε παιδί μου γράμματα για να μην καταντήσεις στα χωράφια». Αυτή η προκατάληψη της αγροτικής οικογένειας δεν διαφέρει από τη σημερινή θέση της κοινής γνώμης, η οποία θεωρεί την επιχειρηματικότητα «έρεβος του Αδου».

Ο επιχειρηματικός ζόφος στον τομέα της γεωργίας συντίθεται από μία σειρά προβλημάτων: τα αυξανόμενα κόστη παραγωγής, την αναποτελεσματική διαχείριση πόρων και επιδοτήσεων, τη δυσχέρεια χρηματοδότησης, την ανυπαρξία agribusiness management, την απαξιωμένη αγροτική τεχνολογία, την ελλιπή επιμόρφωση των παραγωγών και, τέλος, τη δομή της εκμεταλλεύσιμης γης, καθώς το μεγαλύτερο ποσοστό είναι διαιρεμένο σε μικρά αγροτεμάχια που δεν επιτρέπουν την τυποποίηση των διαδικασιών παραγωγής.

Τι είναι αυτό που κάνει, όμως, ελκυστικό τον κλάδο; Η απάντηση βρίσκεται στο ότι δεν έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης στο έπακρο. Σχεδόν οι μισοί Ελληνες αγρότες (43,8%) είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και το 62% του συνόλου έχει μόνο πρακτική εμπειρία. Η ηλικιακή ομάδα 55-65 ετών κατέχει το μεγαλύτερο ποσοστό γης και εισοδήματος. Πώς μπορεί, λοιπόν, ένας κλάδος να είναι ανταγωνιστικός, όταν αποτελείται από ηλικιωμένους χωρίς κατάρτιση; Παρ’ όλα αυτά, μετά το 2010, παρατηρείται αυξητική τάση σε εισερχόμενους νέους αγρότες.

Η κλιματική αλλαγή πλέον είναι γεγονός και εκτιμάται ότι θα επηρεάσει σημαντικά τα αγροτικά προϊόντα και την τροφή γενικότερα τα επόμενα χρόνια. Εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας δείχνουν πως ο πληθυσμός της γης θα αυξηθεί το 2050 στα 9,6 δισ. Αυτό απαιτεί αύξηση της υπάρχουσας αγροτικής παραγωγής κατά 60%, της παραγωγής τροφίμων κατά 70% και της χρήσης νερού κατά 15%. Λόγω της ζήτησης που θα εκδηλωθεί και της αύξησης των τιμών δεν είναι απίθανο η παραγωγή βασικών τροφών να εμπορεύεται το χρηματιστήριο.

Σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιο ότι δεν μπορούμε να θρέψουμε τον κόσμο του αύριο με το σημερινό σύστημα και με τη χθεσινή τεχνολογία. Σημαντικό μερίδιο στην ανάπτυξη της γεωργίας κατέχει αναμφίβολα η τεχνολογία. Το Internet of Things (IoT), που διείσδυσε τα τελευταία χρόνια στον κλάδο, αποτελεί αποτελεσματικό εργαλείο και εστιάζει στη βέλτιστη λήψη αποφάσεων από τους αγρότες. Πρόκειται για «έξυπνες» συσκευές που μετρούν και διαχειρίζονται δεδομένα στο χωράφι, όπως στοιχεία εδάφους, θερμοκρασίες, ύδρευση κ.τ.λ. Η χρήση γεωργικών μη επανδρωμένων σκαφών για ράντισμα και συλλογή δεδομένων από αέρος αποτελούν μια τεχνολογική καινοτομία στη γεωργία που μειώνει θεαματικά τα κόστη παραγωγής. Ακόμη, η ύπαρξη των agribots (γεωργικά ρομπότ) με πλήρως αυτοματοποιημένη τη διαδικασία ολόκληρης της γεωργικής παραγωγής θεωρείται το μέλλον για τη γεωργία.

Ευκαιρίες δεν υπάρχουν μόνο στον πρωτογενή τομέα, αλλά και σε όλες τις δορυφορικές του δραστηριότητες. Εταιρείες λογισμικού διαχείρισης αγροτικών δεδομένων, εταιρείες του τομέα αγροβιολογίας, βιοτεχνολογίας και αγροτουρισμού είναι μερικοί μόνο άμεσα ενδιαφερόμενοι που επενδύουν στον πρωτογενή τομέα παγκόσμια, καθώς διαβλέπουν τις μελλοντικές ανάγκες κάλυψης της ζήτησης.

Εν κατακλείδι, η επιχειρηματικότητα στη γεωργία, παρόλο που διαβαίνει έναν ακανθώδη δρόμο, έχει τη δυνατότητα να καρποφορήσει και να αναπτυχθεί. Οι νεοφυείς αγροτικές επιχειρήσεις που εστιάζουν στην ανάπτυξη (βλ. accelerators) και στην τεχνολογική υποστήριξη (βλ. «έξυπνη γεωργία») των αγροτών συνθέτουν δύο από τους παράγοντες που προσθέτουν αξία στο αγροτικό προϊόν.

* Ο Χρήστος Κουφοκώτσιος είναι μεταπτυχιακός φοιτητής στην Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ