ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Το χρονικό της προ 20ετίας υποτίμησης - Ο προθάλαμος του ευρώ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​κατάσταση της οικονομίας είναι δύσκολη αλλά δεν ήταν πάντα έτσι και θα ήθελα να αναφερθώ σε μια ζωντανή Ελλάδα που μπόρεσε να ξεπεράσει τις αδυναμίες της.

Οι σημαίνοντες πολιτικοί –στη γραμμή του Ελευθερίου Βενιζέλου– γνώριζαν τη ζωτική σημασία της συμμετοχής της μικρής Ελλάδος στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Η Ε.Ε. είναι ο κυριότερος οικονομικός μας εταίρος και ενισχύει τη θέση μας στη διεθνή πολιτική, ιδιαίτερα σημαντικό λόγω των αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων στην εγγύτερη περιοχή. O Κωνσταντίνος Καραμανλής, παρά τις αντιθέσεις κρατών και κομμάτων, έβαλε την Ελλάδα στην Ε.Ε. το 1981 και ο Κωνσταντίνος Σημίτης παρά τους πολλούς αμφισβητίες έβαλε την Ελλάδα στην Ευρωζώνη (ΕΖ) το 2001, δηλ. στον στενότερο κύκλο λήψης σημαντικών αποφάσεων για την Ε.Ε. και δημιουργίας επωφελών για την Ελλάδα συμμαχιών.

Η πρώτη 12ετία μας στην Ε.Ε. ήταν απογοητευτική, με αναλαμπή 1985-7 και μερική σταθεροποίηση 1991-93. Η πολιτική ανάπτυξης με ευρείες κρατικές παρεμβάσεις και παραμέληση της πραγματικής οικονομίας έως το 1990 –τριτοκοσμικά πρότυπα– κατέληξε σε στασιμοπληθωρισμό. Η μεγάλη εισροή ξένων κεφαλαίων (σημερινές τιμές) περί τα 200 δισ. ευρώ [συνολικές Ε.Ε. μεταβιβάσεις και αύξηση του δημοσίου χρέους (Δ.Χ.): 27% ΑΕΠ 1981, 100% το 1993] ενώ θα έπρεπε να τροφοδοτεί ρυθμό αύξησης 2,5%, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν στάσιμο. Οι καθαρές επενδύσεις, καθοριστικός αναπτυξιακός παράγοντας, μειώθηκαν 53% και η τραυματισμένη μεταποίηση αντανακλάται στην πτώση των εξαγωγών (20,5% ΑΕΠ 1980/81, 14,3% 1992-93). Ο φαύλος κύκλος πληθωρισμός και μισθολογικές αυξήσεις 19-20% την περίοδο 1981-1990 και τα αποθαρρυντικά για επενδύσεις επιτόκια δανείων (25-30%) μέχρι το 1990 συνέθεταν την αποκαρδιωτική εικόνα.

Δεδομένης της μεγάλης απόστασης μεταξύ των αυστηρών κριτηρίων ένταξης (πληθωρισμός 2,5%, δημοσιονομικό έλλειμμα 3% ΑΕΠ, χαμηλά επιτόκια κρατικών ομολόγων, σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας) και επιδόσεων η κυβερνητική επιλογή (με στήριξη της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ) να συμμετάσχει στην Ευρωζώνη φαινόταν φαντασίωση, τροφοδοτώντας την κερδοσκοπία και δυσκολεύοντας περισσότερο τη σταθεροποιητική πολιτική.

Η σταθεροποίηση εντατικοποιήθηκε το 1996 με τον πρωθυπουργό (Κ. Σημίτη) να συντονίζει την κυβέρνηση για την εφαρμογή της στρατηγικής ένταξης που είχε εκπονήσει και είχε την καθημερινή διαχείριση ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας (Γ. Παπαντωνίου), με άμεσο στόχο τον τερματισμό των τιμαριθμικών αυξήσεων μισθών. Επειδή οι μισθοί είναι βασικό κόστος παραγωγής, το βάρος δόθηκε στην αποκλιμάκωση των ονομαστικών μισθολογικών αυξήσεων: μικρότερες του τρέχοντος πληθωρισμού αυξήσεις συνέβαλαν, με μικρή υστέρηση, στη συνεχή υποχώρηση του πληθωρισμού, με τυχόν προσωρινή απώλεια αγοραστικής δύναμης να υπερκαλύπτεται εκ των υστέρων, που συνυπέγραψε η ΓΣΕΕ (Πρόεδρος κ. Πολυζογόπουλος). Καθώς ο πληθωρισμός υποχωρούσε (16% αρχές 10ετίας 1990, 8 ½% μέσα, 3% τέλη) ενδυναμώνοντας την ανάπτυξη (3,6% μ.ό. 1996-2001), ο ρυθμός αύξησης πραγματικών μισθών ήταν 3% 1995-2001 αντί ρυθμού μείωσης 2,5% 1988-94.

Ετερο σκέλος της σταθεροποιητικής πολιτικής ήταν η δημοσιονομική εξυγίανση: Συγκράτηση δαπανών μαζί με αύξηση υγιών φορολογικών εσόδων προερχομένων ενδογενώς από την ταχύρρυθμη ανάπτυξη που μεγέθυνε τη φοροδοτική δυνατότητα του ιδιωτικού τομέα, που υπογραμμίζεται από τη σημαντική μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος (3% το 2000) και μετά την εκτίναξή του έως το 1993, το Δ.Χ. σταθεροποιήθηκε στο 100% του ΑΕΠ επί 8 χρόνια.

Για να σταματήσουν οι ανεξέλεγκτες υποτιμήσεις που τροφοδοτούσαν τις πληθωριστικές προσδοκίες εφαρμόστηκε πολιτική ελεγχόμενης διολίσθησης της δραχμής (οι τιμές των εισαγωγών συμβάδιζαν με την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού). Οι αγορές και πολλοί Ελληνες θεωρούσαν αναπόφευκτη ανεξέλεγκτη υποτίμηση 25-30% και συνεχώς κερδοσκοπούσαν εναντίον της δραχμής μέχρι την υποτίμηση και είσοδό της στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ). Η κερδοσκοπία φούντωσε τον Σεπτέμβριο 1997 (δύο Hedge Funds σε ένα απόγευμα προκάλεσαν σημαντική μείωση των συναλλαγματικών αποθεμάτων) μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου 1998.

Μία μικρή ομάδα υπό τον διοικητή Λ. Παπαδήμο της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ) με τους υποδιοικητές Π. Θωμόπουλο & Ν. Γκαργκάνα και διευθυντές τους Π. Πλιάτσικα & Ν. Παλαιοκρασσά συνεδρίαζε μέρα νύχτα για την εξουδετέρωση των κερδοσκοπικών επιθέσεων: 1) Υψηλά δραχμικά επιτόκια αποθάρρυναν τα βραχυπρόθεσμα δραχμικά δάνεια και τη μετατροπή τους σε συνάλλαγμα με χαμηλά επιτόκια. Σε μια κερδοσκοπική έξαρση επεβλήθη ημερήσια επιβάρυνση ανεβάζοντας το επιτόκιο δανεισμού στο 350%, ζημιώνοντας πολύ τους κερδοσκόπους. 2) Υπογραμμίζοντας την προσήλωσή της στην ελεγχόμενη διολίσθηση η ΤτΕ συνήψε μεγάλα δάνεια σε συνάλλαγμα, αυξάνοντας προληπτικά τα συναλλαγματικά αποθέματα. 3) Για να εξασθενίσει η κερδοσκοπική ψυχολογία αντί των εμφανών παρεμβάσεων της ΤτΕ ξένες τράπεζες (με εντολή Ε.Ε. κεντρικής τράπεζας – Κ.Τ.) αγόραζαν δραχμές, ώστε να φαίνεται ότι η αγορά είναι διηρημένη ως προς την υποτίμηση.

Η επιτυχής σταθεροποίηση κόπασε τη κερδοσκοπία μέσα Φεβρουαρίου 1998 και τότε ο μικρός κύκλος (Σημίτης και ο σύμβουλός του Γιαννίτσης, Παπαντωνίου και Στουρνάρας πρόεδρος Επιτροπής Οικονομικών Ειμπειρογνωμόνων, Παπαδήμος -Θωμόπουλος - Γκαργκάνας - Πλιάτσικας - Παλαιοκρασσάς) αποφάσισε να αιφνιδιάσει υποτιμώντας τη δραχμή κατά 15% για να συμμετάσχει στον ΜΣΙ. Ο Κ. Σημίτης επικοινώνησε με τον Γερμανό καγκελάριο Kohl (με τον οποίον είχαν σχέσεις εμπιστοσύνης), ο οποίος του είπε ότι θα τον στήριζε εφόσον συμφωνούσε ο καθ’ ύλην αρμόδιος –αυστηρός και δίκαιος – Η. Tietmeyer, διοικητής της Bundesbank. Επειδή μία επίσκεψη του Παπαδήμου στην Bundesbank θα δημιουργούσε ερωτήματα, ανέλαβε ο Θωμόπουλος με εντολή να συμφωνηθεί υποτίμηση 15% και όχι 25% που πολλοί Ελληνες και ξένοι κερδοσκόποι επιζητούσαν και που θα ανέτρεπε την πληθωριστική αποκλιμάκωση.

Στις 23.2.1998 ο Θωμόπουλος με τον Παλαιοκρασσά συναντήθηκαν με τον Η. Tietmeyer και Dr. Shieber (υποδιοικητή). Ο Παλαιοκρασσάς, για να αποδείξει την προετοιμασία της ΤτΕ, παρουσίασε το πρόγραμμα ανταλλαγής των χαρτονομισμάτων δραχμών σε ευρώ και την απελευθέρωση των υποχρεωτικών τραπεζικών καταθέσεων στην ΤτΕ με την υιοθέτηση του ευρώ την 1.1.2001. Η συζήτηση της υποτίμησης άνοιξε με τον Tietmeyer να θέλει μεγάλη υποτίμηση, αλλά μετά την επιχειρηματολογία του Θωμόπουλου (με βαθιά γνώση των μακροοικονομικών και δυναμικής ισοτιμιών δεδομένης της 30ετούς σταδιοδρομίας στον ΟΟΣΑ) έκλεισε συμφωνία για 15%. Ο Tietmeyer ζήτησε να ενημερωθεί η κυβέρνηση και έπειτα από 10 ημέρες ο Θωμόπουλος μαζί με τους Γιαννίτση και Στουρνάρα συναντήθηκαν στη Βόννη με 7-8 αξιωματούχους με επικεφαλής τον υφυπουργό J. Stark. O Θωμόπουλος τόνισε τη σημασία της μυστικότητας και τα μέτρα της ΤτΕ, ώστε μετά την 15% υποτίμηση η δραχμή να μην ξεφύγει από τα στενά περιθώρια διακύμανσης του ΜΣΙ. Ο Στουρνάρας επιχειρηματολόγησε ότι η επιτυχής εφαρμογή της κυβερνητικής στρατηγικής –ρυθμοί αύξησης των επενδύσεων 6,5% και ανάπτυξης 3,5%, πληθωρισμός πλησίον 2%, σταθεροποίηση του Δ.Χ. κ.λπ. – εξασφαλίζει σταθερή πορεία στον ΜΣΙ μέχρι την ένταξη στην Ευρωζώνη την 1.1.2001. Την επομένη ο Θωμόπουλος πήγε στην Τράπεζα της Γαλλίας και ο διοικητής J.C.Trichet επείσθη επίσης για το 15%.

Για να μην υπάρχουν διαρροές ο κ. Παπαντωνίου ενημέρωσε τους υπουργούς της Ε.Ε. μόνον την τελευταία εβδομάδα πριν από την υποτίμηση (προγραμματισμένη το Σαββατοκύριακο 13-15 Μαρτίου 1998) και καθώς ήταν από τους πιο δυναμικούς υπουργούς του Ecofin και με το αυξημένο κύρος της επιτυχούς σταθεροποίησης έπεισε τους διστακτικούς υπουργούς. Ο πρόεδρος του ΕΝΙ/EKT –W. Duiseberg– το απόγευμα της Παρασκευής 13/3 συγκάλεσε τηλεδιάσκεψη των διοικητών των κεντρικών τραπεζών με θέμα την είσοδο της δραχμής στον ΜΣΙ με υποτίμηση 15% (σε σχέση με το ΕCU). Ο διοικητής Παπαδήμος (παρόντος του Θωμόπουλου) ανέλυσε την επιτυχή πορεία της οικονομίας και της διολίσθησης, παρά τις έντονες κερδοσκοπικές επιθέσεις, και την προεργασία για επιτυχή συμμετοχή της δραχμής στον ΜΣΙ με 15% υποτίμηση, προοίμιο της υιοθέτησης του ευρώ το 2001. Επειτα από δίωρη συζήτηση συμφώνησαν. Η τυπική διαδικασία απαιτούσε και συμφωνία της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, που συνήλθε το Σάββατο 14.3.1998 στις Βρυξέλλες. Η Επιτροπή απεδέχθη το 15% και την είσοδο της δραχμής στον ΜΣΙ μετά τη σωστή επιχειρηματολογία του Στουρνάρα (παρόντος του Γκαργκάνα) ότι η επιτυχής σταθεροποιητική πολιτική προϊδεάζει για τη μελλοντική θετική πορεία της δραχμής στον ΜΣΙ 1990-2000 αλλά και μετά τη συμμετοχή της Ελλάδος στο ευρώ το 2001.

Οι πολύ καλές οικονομικές επιδόσεις στην περίοδο του ΜΣΙ επιβραβεύθηκαν από τις αγορές με 2 ανατιμήσεις της δραχμής, με αποτέλεσμα η 15% υποτίμηση να μετατραπεί τελικά σε 10% μπαίνοντας στο ευρώ (1ECU=340,7 δραχμές). Πράγματι, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας 2000 ο ρυθμός ανάπτυξης 3% ήταν 50% μεγαλύτερος από αυτόν της Ε.Ε. με σημαντική συμβολή των επενδύσεων και των εξαγωγών στο υψηλό 22,5% του ΑΕΠ, με μείωση του πληθωρισμού στο 2,5-3,5% και Δ.Χ. περί 102% του ΑΕΠ.

* Ο κ. Παναγιώτης (Τάκης) Θωμόπουλος είναι πρώην: Senior Economist OOΣA, υποδιοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, εκτελεστικός πρόεδρος του ΤΧΣ, πρόεδρος Δ.Σ. της Eurobank και πρόεδρος Δ.Σ. της Εθνικής Τράπεζας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ