ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ*

Τα δύο πρόσωπα της ελληνικής οικονομίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η​​ χώρα βρίσκεται ήδη σε πορεία αποφοίτησης από το 3ο μνημόνιο, με αντικείμενο συζήτησης με τους εταίρους το πλαίσιο της επόμενης μέρας. Ηδη, οι αγορές αυξάνουν τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων, θυμίζοντας πόσο ευαίσθητες είναι στον παραμικρό κραδασμό και πως η ευαισθησία τους επιτείνεται στην περίπτωση μιας οικονομίας που δεν έχει πλήρως αναρρώσει. Η πρόσληψη της αδυναμίας είναι κακό πράγμα, ξυπνά επιθετικά ένστικτα.

Τι βλέπουν οι διεθνείς επενδυτές, στους οποίους η Ελλάδα θα στραφεί μετά τον Αύγουστο για αναχρηματοδότηση του χρέους της; Μια μεικτή εικόνα, μια χώρα με δύο διαφορετικά πρόσωπα.

Η θετική απεικόνιση αφορά μια οικονομία που βγαίνει από μια Μεγάλη Υφεση, έχοντας κάνει μια τεράστια προσαρμογή, εξαλείψει το διπλό έλλειμμα, υιοθετήσει πολλές μεταρρυθμίσεις τα τελευταία οκτώ χρόνια (έστω κι αν πολλές παραμένουν στα χαρτιά). Μια οικονομία «αναδυόμενη» ξανά, δεμένη σε ισχυρό νόμισμα, με το Grexit εκτός ορατού ορίζοντα. Με πολλά υποτιμημένα περιουσιακά στοιχεία, με υπερπροσφορά φθηνού καταρτισμένου δυναμικού. Μια οικονομία στην αρχή της κυκλικής ανάκαμψης, που κραυγάζει για επενδυτικές ευκαιρίες. Αυτή είναι η θετική εικόνα.

Κι όμως, η ανταπόκριση των επενδυτών, παρότι θετική, δεν έχει την ένταση που θα έπρεπε για μια οικονομία που ανακάμπτει μετά τόσο μακρά και βαθιά απώλεια εισοδήματος.

Διότι παράλληλα υπάρχει η άλλη εικόνα. Η ασάφεια στα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους και η ανώριμη ρητορική της καθαρής εξόδου. Το φάσμα αβεβαιότητας που δημιουργεί η απλή αναλογική. Το εξαιρετικά περιοριστικό δημοσιονομικό πλαίσιο, πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% μέχρι το 2022 και 2% μέχρι το 2060. Θα ήταν ευκταίο το μισό να διοχετευόταν στη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων, που θα αύξαναν τον παρονομαστή χρέους/ΑΕΠ (αλλά αυτό θα χρειαζόταν μια άλλη διαπραγμάτευση – δεν είμαστε ακόμα εκεί).

Επειτα, είναι η ακόμα μεγαλύτερη εικόνα. H συρρίκνωση της απασχόλησης, που επιτείνεται από την ταχεία γήρανση του πληθυσμού. Μελέτες προβλέπουν ότι το εργατικό δυναμικό της Ελλάδας θα συρρικνωθεί κατά 30% μέχρι το 2060, έναντι 10% της Ευρωζώνης. Εκτός αν κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Είναι επίσης η τεράστια επενδυτική υστέρηση και συρρίκνωση του φυσικού κεφαλαίου, από τη μαζική αποεπένδυση τα προηγούμενα χρόνια. Από 24% προ κρίσης, οι επενδύσεις έχουν καταρρεύσει στο 12% του ΑΕΠ.

Τέτοια υστέρηση επενδύσεων δεν μπορεί να καλυφθεί από το Δημόσιο. Η εγχώρια αποταμίευση έχει μειωθεί δραματικά και οι τράπεζες (εγκλωβισμένες στα κόκκινα δάνεια) θα αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν την οικονομία για πολλά χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα έχει επείγουσα ανάγκη να προσελκύει ξένα κεφάλαια, πολλαπλάσιες άμεσες ξένες επενδύσεις, για όλα τα επόμενα χρόνια. Παρότι οι ξένες επενδύσεις αυξήθηκαν (κυρίως χάρη στις αποκρατικοποιήσεις), υπολείπονται έναντι της Ε.Ε. Επενδυτικά σχέδια εκκρεμούν μήνες ή χρόνια στα συρτάρια των υπουργείων. Θα χρειαστεί μεγάλη προσπάθεια για να ξεπεράσουμε την αρνητική φήμη του ανθρωποδιώκτη των επενδύσεων.

Ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας στο παρελθόν υπήρξε ο χαμηλότερος στην Ευρωζώνη. Αυτό συναρτάται με τη δομή τής οικονομίας: χαμηλή εξωστρέφεια, κυριαρχία των μη εμπορεύσιμων κλάδων. Αυτό έχει αρχίσει να αλλάζει, αλλά οι ρυθμοί είναι ακόμα βραδείς. Το μερίδιο των εξαγωγών ξεκίνησε πολύ χαμηλά για να φτάσει το 33% του ΑΕΠ. Σημαντική βελτίωση, αλλά μικρότερη από της Πορτογαλίας ή της Ισπανίας, και χαμηλότερη εκείνης που χρειάζεται η οικονομία για να μπορεί να προσθέτει εισόδημα παράγοντας περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες για τη διεθνή ζήτηση. Το πολύ μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων επίσης συμβάλλει αρνητικά. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερες επιχειρήσεις και περισσότερες πολυεθνικές.

Η υλοποίηση εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων είναι η μόνη ελπίδα για να μπορέσει η οικονομία να υπερκεράσει δομικές παθογένειες και αρνητικές τάσεις. Οχι μειώσεις μισθών και μέτρα λιτότητας, αλλά μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα κεφαλαίου και εργασίας, και ενσωματώνουν την οικονομία στις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής. Μια απλή ανάγνωση των διεθνών δεικτών ανταγωνιστικότητας (World Economic Forum, World Bank) υποδεικνύει τις θεσμικές και ρυθμιστικές παρεμβάσεις που μπορούν να καταστήσουν τη χώρα ελκυστικό επιχειρηματικό προορισμό. Δεκάδες δείκτες επηρεάζουν καθοριστικά τις επενδυτικές αποφάσεις. Αυτοί πρέπει να συνθέσουν τους μεταρρυθμιστικούς στόχους του αναπτυξιακού προγράμματος της χώρας.

Θετικό ότι η χώρα μείωσε τον πολιτικό κίνδυνο, αλλά αυτό έγινε επειδή οι βασικοί παράγοντες κινδύνου πριν από το 2015 εγκαταστάθηκαν στην εξουσία και περιστέλλονται από τους περιορισμούς της. Στη μνήμη εταίρων και επενδυτών έχουν εγγραφεί πράξεις ελληνικών κυβερνήσεων, όπως η δήλωση στελέχους της περιόδου Βαρουφάκη προς τους ομολόγους του (μείγμα αλαζονείας, κουτοπονηριάς και άγνοιας κινδύνου): «Δεν έχει νόημα να μιλάμε για προαπαιτούμενα. Ξέρετε πολύ καλά ότι δεν πρόκειται να κάνουμε τίποτα και στο τέλος θα μας δώσετε τα λεφτά». Και τώρα υπουργοί της κυβέρνησης διακηρύσσουν ότι μόλις τελειώσει το μνημόνιο θα ανατρέψουν μεταρρυθμίσεις της μνημονιακής περιόδου. Λάθος.

Το αν θα επικρατήσουν οι θετικές ή αρνητικές αναγνώσεις της ελληνικής οικονομίας θα εξαρτηθεί από τη ρητορική και πρακτική της κυβέρνησης. Η δέσμευση στις μεταρρυθμίσεις αξιολογείται διαρκώς. Θα κρίνει εάν η οικονομία θα μπορεί να χρηματοδοτείται φθηνότερα, προς όφελος της ανάπτυξης και της εργασίας. Καλές οι καταγγελίες του νεοφιλελευθερισμού, αλλά μέχρι να εμφανιστεί ένας καλύτερος κόσμος πρέπει να επιβιώσουμε με τον υπάρχοντα.

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ