Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Μια μεγάλη υστερική οικογένεια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

N​​ovartis, ΕΟΠΥΥ, μετρό... Βροχή σκανδάλων –στο μέλλον, ίσως και «κατακλυσμός»– ώστε να συνεχίζεται απρόσκοπτη η άσκηση πολιτικής διά της σκανδαλολογίας, η απάντηση των θιγόμενων πολιτικών δυνάμεων με την αποκάλυψη άλλων σκανδάλων και το βούλιαγμα όλων, κυβερνώντων, αντιπολιτευόμενων, ΜΜΕ και κυβερνωμένων στη σκανδαλοθηρία, σκανδαλοραπτική και σκανδαλοφαγία, στον κολοσσιαίο οχετό που έχουμε πεισθεί ότι είναι η χώρα. «Ετσι ήταν κι έτσι θα είναι», λέμε, πάντα θα υπάρχουν μιζαδόροι και «ιθύνοντες» που νέμονται παράνομο χρήμα, είμαστε μια κοινωνία που δεν θέλει να σωθεί, μόνο να επιβιώσει βραχυπρόθεσμα με ορισμένα κέρδη.

Δεν έχει σημασία αν είναι παλιό το σκάνδαλο (μίζες 370.000 ευρώ από γερμανική εταιρεία για την ανάθεση έργων μετρό στην Αθήνα την περίοδο 2003-2007)· φτάνει που υπάρχει η κρίσιμη φράση «τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα έπαιρναν προμήθεια 5% - 7%». Την προηγούμενη μόλις ημέρα, είχε «αναθερμανθεί» το σκάνδαλο του ΕΟΠΥΥ (υπερκοστολόγηση υγειονομικών υλικών κατά την περίοδο 2012-2014 και ζημία για το Δημόσιο, ύψους 15 εκατ. ευρώ) με νέα δικογραφία που έφτασε στη Βουλή ώστε να διερευνηθούν «τυχόν ευθύνες πρώην υπουργών για ηθική αυτουργία σε απιστία». Η ταραχώδης περιπέτεια της κάθαρσης ως κομματική αντιδικία. Οπως έλεγε και ο Καστοριάδης, η Ελλάδα δεν είναι μια πολιτική κοινωνία, αλλά ένα είδος τεράστιας οικογένειας, όπου επικρατούν η αντιπαλότητα και η υστερία.

Αποπνικτική ατμόσφαιρα, αποκλεισμός κάθε πιθανότητας για συναίνεση, διάχυση της δυσοσμίας, κλιμάκωση της απέχθειας της κοινωνίας προς την πολιτική και ενθάρρυνση της άτακτης υποχώρησής της προς τα άκρα. Ενα εφιαλτικό deja vu που επαναφέρει στους πολίτες την πεποίθηση ότι η κεφαλή, η αδιάβροχη στις οικονομικές μπόρες και τις εξουθενωτικές μειώσεις πόρων, «τα πιάνει» αποκομίζοντας πλούτη, ενώ οι ίδιοι υποφέρουν χαμηλοαμειβόμενοι και υπερφορολογούμενοι.

Ουδείς νοήμων θα τασσόταν κατά της σοβαρής διερεύνησης κάθε υπαρκτού σκανδάλου. Ομως είναι κάτι διαφορετικό η ποινικοποίηση της πολιτικής και η πολιτική αξιοποίηση των στοχευμένων «αποκαλύψεων» για μίζες εκατομμυρίων από τους ορκισμένους «εγγυητές» της εξυγίανσης. Από την άλλη, η εξαντλητική πολιτική εκμετάλλευση των σκανδάλων δεν γίνεται να θριαμβεύει απεριόριστα έστω και ενδεδυμένη με το φαίνεσθαι του πιο τρανταχτού οφέλους. Η συνθηματολογία, η υπεραπλούστευση, ο ευτελισμός του σοβαρού (οι Ελληνες γελοιοποιούν τα πάντα, έλεγε ο Ροΐδης), η αποθέωση του απατηλού, οδηγούν στο κουκούλωμα του σκανδάλου. Η πρόσληψή του μέσα από το σκανδαλολογικό πρίσμα στήνει το πλαίσιο για τη σταδιακή απαλοιφή του.

Η σκανδαλολογία εξοικειώνει με τα σκάνδαλα. Αν και ο πολίτης, μετά οκτώ χρόνια κρίσης, δεν έλκεται πλέον από τα εξαχρειωμένα κοινωνικά πρότυπα, δεν τέρπεται από τη σήψη, την αποστρέφεται και θυμώνει, στη συνέχεια εθίζεται ηθικολογικά στην ανομία. Και πορεύεται προς τη λήθη κηδεμονευόμενος θεατής της ανακύκλωσης βούρκου. Δεν επιμερίζει, δεν συγκρίνει αναλογίες και μεγέθη της ηθικής κρίσης. Ενώνοντας αθώους και ενόχους, δίνει άφεση σε κάθε αμαρτία. Εγκλωβισμένος στο αδιέξοδο του ανεπανόρθωτου (αφού η παρακμή είναι πανταχού παρούσα, άρα είναι και αναπόφευκτη), καθηλώνεται στη μεμψιμοιρία για τα ολέθρια χαρακτηριστικά της φυλής, το άκαρπο σπαρτάρισμα της ελληνικής ιστορίας. Το παρελθόν συγχέεται με το μέλλον και το παρόν χάνει σε βαρύτητα. Δεν συγκινούν ούτε τα καθημερινά παράλογα: η υψηλή τιμή και το μικρό ποσοστό κατανάλωσης γενοσήμων, τα αποψιλωμένα από ειδικότητες περιφερειακά νοσοκομεία, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να καλούν και να πληρώνουν «ενημερωμένο» ιδιώτη γιατρό, που χρησιμοποιεί τις υποδομές και τα υλικά του νοσοκομείου...

Η συνήθεια κάνει την έκπληξη να ατονεί. Παράλληλα, χάνεται το συλλογικό πνεύμα μέσα σε μια ζωή χωρίς τίτλους, νεκρώνει η απαίτηση για δράση, η αδιαφορία γίνεται το ανθεκτικό αλεξίσφαιρο στον δημόσιο βίο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ