Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γιάννης Δραγασάκης: Κατευνασμός στην Τούμπα

Μ​​πορεί να το πει κανείς με ένα βαρουφακισμό: Στο νεαρό σύστημα εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ ο Δραγασάκης προβαλλόταν ως ο «adult in the room» – εκείνος που, όχι τόσο λόγω ηλικίας όσο λόγω πολιτικής ιδιοσυγκρασίας, επέπρωτο να χαλιναγωγήσει τον βολονταρισμό των σαραντάρηδων. Η ιστορία έδειξε ότι ο χαλινός δεν λειτούργησε εγκαίρως. Ούτε, όμως, μετά τον Σεπτέμβριο του 2015 ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης έδειχνε να έχει τη βούληση ή την ισχύ να κινηθεί σε άλλη γραμμή από τον πυρήνα του Μαξίμου, από τον οποίο είχε απομακρυνθεί.

Η επιστράτευσή του στο υπουργείο Οικονομίας είναι μια άσκηση ενδοκυβερνητικής ισορροπίας. Οι εναλλακτικές επιλογές, λένε, θα απειλούσαν με αποσταθεροποίηση τον –επίσης για ενδοσυριζαϊκούς λόγους– απαραίτητο Ευκλείδη Τσακαλώτο. Γι’ αυτό και όσοι είδαν τον διορισμό του Δραγασάκη ως «επιλογή σταθερότητας» μάλλον μπερδεύουν τη σταθερότητα με τον οικογενειακό κατευνασμό.

Στην πιο κρίσιμη στιγμή για το εγχείρημα της εξόδου, ο Τσίπρας διαχειρίζεται τη φθορά του εσωτερικού πολιτικού κεφαλαίου. Κάνει, όμως, ταυτόχρονα και κάτι χειρότερο. Επιδεινώνει αυτή τη φθορά, υπηρετώντας δύο στρατηγικές που αλληλοεξουδετερώνονται: Εξω προσπαθεί να πείσει ότι η χώρα επιστρέφει στην κανονικότητα και μέσα επιστρέφει στον εμφύλιο, προσπαθώντας να βάλει τους αντιπάλους του στη φυλακή. Πουλάει σταθερότητα ενώ (ξανα)γίνεται ο ίδιος φορέας του ρίσκου.

Η βεβιασμένη αλλαγή σκυτάλης στο υπουργείο Οικονομίας είναι πολύ λίγη και πολύ όψιμη για να μπορεί να επηρεάσει την οικονομία. Η οικονομία βρίσκεται καθηλωμένη σε φάση «Τούμπα». Τα ρολά χαρτιού που προορίζονται για τις ταμειακές μηχανές είναι για πέταμα. Πώς να αντισταθεί κανείς στον συμβολισμό; Το υλικό στο οποίο καταγράφεται η «κανονική» –νόμιμη και φορολογημένη– οικονομική δραστηριότητα χρησιμεύει μόνο για χαρτοπόλεμο. Η χώρα κατεβάζει ρολά πάνω σε κεφάλια.

Νίκος Καρανίκας: Βουλκανιζατέρ χωρίς αμορτισέρ

​​Ο Καρλ Κράους έλεγε ότι το μυστικό του δημαγωγού είναι να παρουσιάσει τον εαυτό του τόσο ανόητο όσο είναι οι ακροατές του, ώστε να πιστέψουν ότι είναι τόσο έξυπνοι όσο αυτός. Ο δημαγωγός έχει δηλαδή ανάγκη από μια «αγωγή» – μια στρατηγική αποπλάνησης. Δεν είναι σκέτος λαϊκιστής. Ο σκέτος λαϊκιστής δεν οδηγεί· απλώς αντανακλά το κοινό του.

Σε αυτή την ωμή μορφή λαϊκισμού χωρίς δημαγωγική επεξεργασία φαίνεται να βασίζεται πλέον η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να κρατήσει συσπειρωμένο τον κορμό του. Η προσπάθεια κατατείνει μάλλον σε αντισυσπείρωση: Σε περιχαράκωση ενός σώματος που θα συγκροτείται στη βάση της απέχθειας για τους αντιπάλους, παρά στην ταύτιση με το κόμμα.

Αγωγοί αυτής της απέχθειας είναι και τα πρόσωπα που διαμορφώνουν τη φυσιογνωμία της κυβέρνησης. Περισσότερο από τον Δραγασάκη, τον τόνο δίνουν οι Πολάκηδες και οι Καρανίκες. Πρόκειται για πρόσωπα που δεν κρύβουν αυτό που είναι – δεν μπαίνουν καν στον κόπο να μεταφράσουν τις αναρτήσεις τους στα ελληνικά. Το μήνυμα που δηλώνεται χωρίς να αρθρώνεται είναι ότι για να ασκεί κάποιος εξουσία δεν απαιτείται να είναι κάτι περισσότερο από Καρανίκας – κάτι περισσότερο από επαγγελματίας Συριζαίος. Οπως δεν χρειάζεται να είναι κάτι περισσότερο από ιδιοκτήτης βουλκανιζατέρ για να διοικήσει νοσοκομείο. «Γιατί, δηλαδή; Οι άλλοι ήταν καλύτεροι;».

Το νέο στοιχείο είναι ότι η εμφυλιακή διάζευξη («ή εμείς ή αυτοί») δεν λειτουργεί πια υπέρ του κυβερνώντος κόμματος. Η δραστική ουσία του μίσους δεν ταυτίζεται αυτόματα με την κομματική ετικέτα. Γι’ αυτό και η διασπορά της ουσίας δεν ευνοεί –αν ευνοεί– εκλογικά μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή είναι μια παράμετρος που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δείχνει να υπολογίζει. Αντιθέτως. Εχει κινήσει μια νομοτέλεια που θα τον οδηγεί σε ολοένα και πιο βάναυση όξυνση, ακόμη κι αν δεν μπορεί να την κεφαλαιοποιήσει. Φαίνεται έτσι να δικαιώνονται όσοι έλεγαν ότι το τέλος του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είναι λιγότερο επικίνδυνο από την αρχή του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ