Ground Euro

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με αφορμή την εκδήλωση της «Κ» την περασμένη εβδομάδα για την επιχειρηματικότητα, στο πλαίσιο των «Καθημερινών Συναντήσεων», το Ground Euro ζήτησε από τους τέσσερις ομιλητές να στείλουν ένα κείμενο στο οποίο συνοψίζεται η άποψή τους για το επιχειρείν, ή περιγράφεται μία εμπειρία τους από την επιχειρηματική τους καριέρα. Αναρτούμε σήμερα το πρώτο από αυτά τα κείμενα, του πρώην προέδρου και διοικητή του ΟΤΕ Παναγή Βουρλούμη - που αφορά τις βαλκανικές του εμπειρίες σε έναν προηγούμενο ρόλο του, ως επικεφαλής της Alpha Finance τη δεκαετία του '90. Συνοδεύεται από ένα απόσπασμα από τις παρεμβάσεις του στην εκδήλωση.

Από το 1994 έως το 2000 διετέλεσα πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Banca Bucuresti, που αργότερα μετονομάστηκε σε Alpha Bank Romania.

Συγχρόνως ήμουν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Alpha Finance, της Alpha Αμοιβαία Κεφάλαια, όπως και εντεταλμένος σύμβουλος της Alpha Bank και ορισμένων άλλων εταιρειών. Όλα ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και από όλα τα παιδιά μου η Banca Bucuresti ήταν το πιο δύσκολο αλλά και εκείνο που μου πρόσφερε τη μεγαλύτερη ικανοποίηση.

Σπάνια σκεφτόμαστε το παρόν με ιστορικούς όρους, είμαστε πολύ απασχολημένοι με το να το ζούμε. Ωστόσο, οι μελλοντικές γενιές θα θεωρούν την εποχή μας ως μια από τις πιο συναρπαστικές περιόδους της ιστορίας - ή τουλάχιστον της ελληνικής οικονομικής ιστορίας.

Σκεφτείτε την Ελλάδα το 1990. Οι εταιρείες με δραστηριότητες στο εξωτερικό θα μπορούσαν να μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Βόρεια των συνόρων μας θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται το Θιβέτ.

Από τότε και σε διάστημα μικρότερο των δεκαπέντε ετών δραστηριοποιήθηκαν πάνω από χίλιες επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων στα Βαλκάνια, ιδιαίτερα στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Αλβανία και τα Σκόπια. Μερικές ομολογουμένως μικρές, αλλά και πολλές αρκετά μεγάλες. Σχεδόν κανένας μεγάλος ελληνικός επιχειρηματικός όμιλος δεν λείπει πια από εκεί. Χιλιάδες Έλληνες ταξιδεύουν σε διάφορες πόλεις βόρεια των συνόρων μας και πολλοί αρχίζουν να ριζώνουν.

Από την αρχή της ιστορίας μας, οι Έλληνες αναζητήσαμε ευκαιρίες πέρα από τα σύνορά μας. Είμαστε έμποροι και ναυτικοί και βγάζαμε πάντα τον καλύτερό μας εαυτό όταν τα σύνορα ήταν ανοιχτά.

Η κατάρρευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας άνοιξε τα σύνορα μιας τεράστιας περιοχής. Για μας και για άλλους. Ωστόσο, για μας ήταν μια περιοχή με την οποία είχαμε ισχυρούς ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς. Αποτελούσε μεγάλη ευκαιρία και αντεπεξήλθαμε με επιτυχία στην πρόκληση.

Λαμβάνοντας υπόψη το μικρό μέγεθος της οικονομίας μας, τους περιορισμένους πόρους σε ανθρώπους και χρήματα και την έλλειψη εμπειρίας στη διοίκηση επιχειρήσεων στο εξωτερικό, τα έχουμε καταφέρει καλά και αυτό είναι μόνο η αρχή.

Άλμα στο κενό

Στην Alpha Finance, ήδη από το 1990, επικρατούσε έντονα η αίσθηση ότι έπρεπε κάτι να κάνουμε σε κάποιο μέρος της αχανούς περιοχής βόρεια των συνόρων μας. Ωστόσο, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση που συνηθίζεται πολύ, δεν διαθέταμε «οδικό χάρτη».

Γιατί επιλέξαμε τη Ρουμανία; Για το μέγεθος της χώρας, τις καλές πολιτικές σχέσεις, κ.λπ. Αλλά κυρίως διότι είχα βρεθεί εκεί πολλές φορές στο παρελθόν και είχα έναν πολύ στενό φίλο, Eλληνορουμάνο, που κυριολεκτικά με παρέσυρε εκεί.

Ξεκινήσαμε να φτιάξουμε μια τράπεζα; Όχι. Πήραμε μέρος σε έναν διαγωνισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να γίνουμε σύμβουλοι της ρουμανικής κυβέρνησης στην ιδιωτικοποίηση της οικονομίας τους. Τυπική περίπτωση του μονόφθαλμου που θέλει να οδηγήσει τους τυφλούς. Το εγχείρημα απαιτούσε πολύ δουλειά και εκτός αυτού είχα να αντιμετωπίσω ένα είδος εξέγερσης στην Alpha Finance. Κάποιοι συνάδελφοι το θεωρούσαν όλο αυτό μια τρέλα.

Όπως ήταν αναμενόμενο δεν πήραμε την δουλειά, όμως αποκομίσαμε γνώσεις που αποδείχθηκαν πολύτιμες. Καταφέραμε επίσης να γνωρίσουμε ανθρώπους στη ρουμανική διοίκηση.

Έτσι αποφασίσαμε να πάμε εκεί και να ξεκινήσουμε την τράπεζά μας. Επρόκειτο για άλμα στο κενό; Έως έναν βαθμό, ναι. Μπορεί κάποιος να μελετά ένα άλμα, όμως να μένει ακίνητος στη θέση του. Ή αποφασίζει ότι δεν μπορεί να περιμένει άλλο και να κάνει το μεγάλο βήμα. Κάποιοι ίσως το δουν ως μια επιχειρηματική απόφαση που δεν διδάσκεται στις σχολές διοίκησης επιχειρήσεων. Άλλοι ίσως το θεωρήσουν ρομαντικό ή ανόητο. Προσωπικά πιστεύω ότι οι καλύτερες αποφάσεις είναι εκείνες που λαμβάνονται με κίνητρα που δεν είναι μόνον χρηματικά. Πρέπει να υπάρχει κάποιο στοιχείο περιπέτειας και ευχαρίστησης. Και υπερηφάνειας στο να δοκιμάζει κανείς κάτι νέο και δύσκολο σε μια χώρα διαφορετική από τη δική του. Άλλωστε, η Alpha Finance πήγαινε καλά και ήταν ένα ρίσκο που μπορούσαμε να αναλάβουμε.

Έρχομαι τώρα σε κάποια ζητήματα που αφορούν την μορφή του εγχειρήματος.

Γιατί τράπεζα; Είμαστε τραπεζίτες και αυτό γνωρίζαμε καλύτερα. Είναι πάντα προτιμότερο να κάνει κανείς αυτό που γνωρίζει.

Τι είδους τράπεζα; Η εύκολη λύση θα ήταν να δημιουργήσουμε ένα υποκατάστημα της Alpha. Μια ασφαλή αλλά μέτρια επιλογή. Απορρίψαμε επίσης την αγορά μιας κρατικής τράπεζας. Πολυάριθμο προσωπικό, κακή οικονομική κατάσταση – αναξιόπιστα στοιχεία. Επιλέξαμε την δυσκολότερη λύση. Να ξεκινήσουμε μια νέα τράπεζα, το πρώτο τέτοιο εγχείρημα στη Ρουμανία μετά την πτώση του Τσαουσέσκου.

Θα προχωρούσαμε μόνοι μας ή θα βάζαμε συνεταίρους; Δεδομένων των συνθηκών «άγριας δύσης» που επικρατούσαν στη Ρουμανία στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αποφασίσαμε να συνεταιριστούμε με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα για την Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη. Προτιμήσαμε να υποστούμε την γραφειοκρατία τους προκειμένου να εξασφαλίσουμε πολιτική προστασία. Μια σωστή απόφαση για τότε, όπως αποδείχθηκε. Φέραμε επίσης ως συνεργάτες ορισμένους Έλληνες επιχειρηματίες με συμφέροντα στη Ρουμανία. Σήμερα δεν θα το έκανα. Βασικά εκμεταλλεύθηκαν τα οφέλη χωρίς να βοηθήσουν ουσιαστικά.

Οι σχέσεις με τις αρχές της χώρας: Καθώς ήμασταν οι πρώτοι που τολμήσαμε να στήσουμε μια τράπεζα, εισπράξαμε ένα θερμό καλωσόρισμα. Σε λόγια και σε πράξεις. Ειδικά από την κεντρική τράπεζα, που μας χρησιμοποίησε ως παράδειγμα. Προσπαθήσαμε να διατηρούμε μια αυστηρά επαγγελματική στάση και δεν σκεφθήκαμε ποτέ να κάνουμε συμβιβασμούς.

Η Alpha Bank ήταν ο κύριος μέτοχος, όμως το έργο το διαχειριζόταν εξ ολοκλήρου η Alpha Finance. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Alpha Bank δεν διέθετε καμία εμπειρία στο εξωτερικό και παρόλο που είχε όλη τη διάθεση δεν ήξερε ποιος ήταν ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσει το νέο εγχείρημα. Επιλέχθηκε ένα ουδέτερο όνομα, Banca Bucuresti, με προοπτική να αλλάξει σε Alpha αν τα πράγματα πήγαιναν καλά. Ένδειξη για την όχι και τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη που υπήρχε ως προς το εγχείρημα. Όπως και άλλες ελληνικές τράπεζες, η Alpha διέθετε τότε λίγους ταλαντούχους ανθρώπους με γνώση αγγλικών και είχε την τάση να ξεφορτώνει στην Banca Bucuresti τους ανεπιθύμητους, που έβλεπαν τη Ρουμανία ως εξορία.

Οι σχέσεις με τη μητρική

Είναι σημαντικό να τονιστεί η σημασία των σχέσεων μεταξύ της έδρας μιας επιχείρησης και των δραστηριοτήτων της στο εξωτερικό. Είναι απαραίτητο, παράλληλα με τη λειτουργία της επιχείρησης εκτός συνόρων, να δημιουργείται στην έδρα ένα τμήμα που να παρακολουθεί, να καθοδηγεί και να μεριμνά για το εκπατρισμένο προσωπικό. Στην περίπτωσή μας, σαν πρωτοπόροι που ήμασταν, μάθαμε από τα λάθη μας. Οι υπερβολικοί έλεγχοι από την έδρα μπορούν να στραγγαλίσουν μια ξένη θυγατρική, αλλά συγχρόνως χρειάζεται έλεγχος και ενημέρωση. Απαιτείται χρόνος για να χτιστεί μια «πολυεθνική κουλτούρα και τεχνογνωσία», να αναπτυχθούν οι κατάλληλες διαδικασίες και εκπαιδευτούν στελέχη.

Η δημιουργία ενός εργοστασίου που κατασκευάζει σύρμα ή κονσέρβες για ντομάτες, είναι σχετικά απλή. Το προϊόν υπαγορεύει τις διαδικασίες, το είδος των ανθρώπων που χρειάζεται, το μάρκετινγκ, κ.λπ. Μια τράπεζα είναι πιο σύνθετη υπόθεση. Οι λάθος επιλογές μπορούν να στραφούν εναντίον σου. Η τράπεζα είναι μια επιχείρηση που βασίζεται απόλυτα στους ανθρώπους.

Θα μπορούσα να μιλάω ώρες για τα προβλήματά μας με διάφορες γραφικές προσωπικότητες, Έλληνες ή Ρουμάνους που πέρασαν από την Banca Bucuresti. Κάποια στιγμή σκέφτηκα σοβαρά να προσλάβω Ιρλανδούς.

Στο τέλος του πρώτου χρόνου χρειάστηκε να απολύσουμε τον διευθύνοντα σύμβουλο στη Ρουμανία και τους εννέα από τους δέκα διευθυντές υποκαταστημάτων. Όπως επίσης τον υπεύθυνο του τμήματος πιστώσεων. Εάν προκύπτει ένα μάθημα από αυτά, είναι ότι σε θέματα προσωπικού πρέπει να ενεργείς γρήγορα και να είσαι αδίστακτος. Ένα πλεονέκτημα των βόρειων γειτόνων μας είναι ότι εκεί η ανικανότητα δεν προστατεύεται θεσμικά όπως στην Ελλάδα. Χρειάστηκε επίσης να στείλω πίσω στην Ελλάδα αρκετούς από τους συμπατριώτες μας. Προς μεγάλη ανακούφισή τους, από ό,τι υποπτεύομαι.

Το να ασχοληθεί κανείς με τον τραπεζικό κλάδο σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι πελάτες δεν διαθέτουν οικονομικές καταστάσεις χρειάζεται ιδιαίτερο θάρρος. Όταν ανοίξαμε τις πόρτες μας δεν είχαμε καθόλου σκεφτεί το είδος των επιχειρήσεων όπου θα ειδικευόμασταν. Απλώς αρχίσαμε να δανείζουμε χρήματα εκεί όπου μπορούσαμε να αισθανθούμε κάπως ασφαλείς. Το πρώτο διάστημα, μέχρι να μάθουμε πώς λειτουργούν τα πράγματα, ήταν σκέτη αγωνία. Τελικά αφήσαμε την αγορά να μας πάει εκεί όπου ήθελε - ως επί το πλείστον σε απλά δάνεια που ταίριαζαν στο στάδιο ανάπτυξης της οικονομίας. Καθώς ήμασταν οι πρώτοι, προσελκύσαμε την αφρόκρεμα των ελληνικών και ξένων εταιρειών που ξεκινούσαν δραστηριότητα στη Ρουμανία. Γρήγορες αποφάσεις, καλή και φιλική εξυπηρέτηση. Καμία διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Ρουμάνων πελατών.

Η διαδρομή δεν ήταν εύκολη. Όταν ανοίξαμε, το δολάριο ισοδυναμούσε με 800 Lei, ενώ όταν έφυγα, αν θυμάμαι καλά, με πάνω από 25.000. Επιβιώσαμε από μια μεγάλη οικονομική κρίση και από συχνές αλλαγές στη φορολογία και τη νομοθεσία. Είχαμε την ικανοποίηση να δούμε πολλούς από τους ανταγωνιστές μας να χρεοκοπούν. Η Banca Bucuresti έφερε κέρδη από τον πρώτο χρόνο. Άλλαξε όνομα σε Alpha Bank Romania και συνεχίζει να παραμένει ισχυρή.

* Το κείμενο είναι μία ελαφρώς επιμελημένη εκδοχή μίας παρουσίασης στο Alba, στο Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών Στελεχών Επιχειρήσεων, το Μάιο του 2003.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ