ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Μια φιλοδοξία, ένα ουτοπικό όραμα ενός ελεύθερου, ανοικτού, άτυπου και κοινού χώρου μάθησης». Eτσι περιγράφουν η Χριστίνα Αργυρού και ο Ryan Neiheiser τη «Σχολή των Αθηνών», το έργο που έχει επιλεγεί να αποτελέσει το εθνικό περίπτερο της Ελλάδος στη 16η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής στη Βενετία. Το έργο, που εντυπωσιάζει με την καλλιτεχνική του αρτιότητα, θα εξετάσει την αρχιτεκτονική των ακαδημαϊκών κοινών – από την Ακαδημία του Πλάτωνα μέχρι τα σύγχρονα πανεπιστημιακά σχέδια. Την ίδια στιγμή, στα μάτια των Ελλήνων θα μπορούσε να εμπεριέχει ένα σκωπτικό μήνυμα για την κατάσταση των ελληνικών πανεπιστημίων, που έχει ιδιαίτερη σημασία: χώροι βρώμικοι, χωρίς έμπνευση, κλειστοί στην κοινωνία.

Η «Σχολή των Αθηνών» έχει ευθεία αναφορά στον πίνακα του Ραφαήλ, μια από τις διασημότερες νωπογραφίες του Ιταλού καλλιτέχνη της Αναγέννησης, για να τονίσει τη σημασία του ανοικτού ελεύθερου χώρου. Το έργο (η επιλογή έγινε από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και από τη Γ.Γ. Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος) του επιμελητικού διδύμου αναγνωρίζει ότι οι κοινοί χώροι του πανεπιστημίου –μη προγραμματισμένοι χώροι συνομιλιών, χαλαρές συζητήσεις, pop-up διαλέξεις, δικτύωση και άτυπη διδασκαλία– είναι σημαντικοί για τη ζωντάνια του ακαδημαϊκού θεσμού. Γι’ αυτόν τον λόγο αξίζουν συνεχή εκσυγχρονισμό.

Ωστόσο, η ιδέα των δύο αρχιτεκτόνων που διδάσκουν στο Πανεπιστήμιο της Architectural Association στο Λονδίνο παραπέμπει και στην Αθήνα. «Η Αθήνα είναι μια πόλη αντιθέσεων: μια πόλη τόσο στο κέντρο της ευρωπαϊκής ταυτότητας όσο και στα όρια του “δυτικού” κόσμου. Μια πόλη με μαζική εισροή τουριστών και μεταναστών. Μια πόλη που καθορίζεται τόσο από την άμορφη μάζα λευκών κτιρίων όσο και από τα τέλεια μνημεία της αρχιτεκτονικής της», λέει στην «Κ» η Χριστίνα Αργυρού.


«Ξεκινήσαμε με την προϋπόθεση ότι ευανάγνωστη μορφή πρέπει να δοθεί στα ιδρύματα και στους θεσμούς της πόλης», λένε οι επιμελητές αρχιτέκτονες, Χριστίνα Αργυρού και Ryan Neiheiser.

Βέβαια, η Αθήνα βιώνει την πολυεπίπεδη κρίση και, σύμφωνα με τους δύο αρχιτέκτονες, ενώ πολλοί αναζητούν μια οικονομική ή πολιτική λύση, ο χώρος της πόλης παραβλέπεται και δεν εξετάζεται. «Με δώδεκα διεθνείς φοιτητές φέτος βυθιστήκαμε σε αυτό το πολύπλοκο πλαίσιο, επιχειρώντας να καταστήσουμε ευανάγνωστη μια πόλη που είναι δύσκολο, πολεοδομικά, να κατανοηθεί, και αποκαλύπτοντας νέες ευκαιρίες για παρέμβαση. Η αλλαγή είναι περισσότερο δυνατή σε περιόδους κρίσης. Η αρχιτεκτονική έχει τη δύναμη να σπάσει τη μονοτονία, να παραγάγει τη διαφορά. Η δημιουργία περισσότερου “δημόσιου χώρου” δεν αρκεί. Ξεκινήσαμε με την προϋπόθεση ότι ευανάγνωστη μορφή πρέπει να δοθεί στα ιδρύματα και στους θεσμούς της πόλης – τα πανεπιστήμια, τα μουσεία, τα κυβερνητικά κτίρια, τις εγκαταστάσεις υγείας, τις βιβλιοθήκες και τα θέατρα», προσθέτει η Χριστίνα Αργυρού.

Στο πλαίσιο αυτό, οι δύο αρχιτέκτονες επικεντρώθηκαν στον θεσμό του πανεπιστημίου, έχοντας την πεποίθηση ότι η αρχιτεκτονική των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων είναι ικανή να αναδιοργανώσει και να αναζωογονήσει τόσο το περιβάλλον τους όσο και την ίδια την πόλη. «Μόνο με την επανεξέταση αυτών των θεσμών –τόσο της λογικής τους όσο και της μορφής τους– μπορούμε να ανακαλύψουμε εκ νέου το μέλλον της πόλης. Ιδιαίτερα στην Αθήνα, όπου η οικονομία βρίσκεται σε στάση, τα ακαδημαϊκά ιδρύματα έχουν τη δυνατότητα να γίνουν κινητήρια δύναμη κοινωνικής και οικονομικής αλλαγής». τονίζει η Χριστίνα Αργυρού.

Το Εθνικό Περίπτερο της Ελλάδος στη 16η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής (26 Μαΐου έως 25 Νοεμβρίου) προσφέρει το έναυσμα για προβληματισμό. Ωστόσο, ως φαίνεται, η πολιτεία, τα πανεπιστήμια και ο δήμος δεν επιθυμούν να αναλάβουν τις δικές τους ευθύνες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ