Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Η Εθνική Τράπεζα για τη ΔΕΗ

Κύριε διευθυντά
Αναφορικά με το άρθρο της Οικονομικής «Καθημερινής», της Τρίτης 27ης Φεβρουαρίου 2018, υπό τον τίτλο «Η ΔΕΗ επιβεβαιώνει την “Κ” διαψεύδοντας», η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. επιθυμεί να διευκρινίσει ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα οι αναφορές του δημοσιεύματος περί προτάσεων πώλησης περιουσιακών στοιχείων της ΔΕΗ.

Τυχόν συζητήσεις χρηματοοικονομικής συνεργασίας εμπίπτουν στη συνήθη τραπεζική και εταιρική πρακτική, ανακριβείς διαρροές επί των οποίων θίγουν τα συμφέροντα των εμπλεκομένων.
Για πληροφορίες σχετικά με τυχόν συζητήσεις χρηματοδοτικής συνεργασίας του εταιρικού δανεισμού της ΔΕΗ, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. παραπέμπει το αναγνωστικό κοινό στο από 25/2/2018 δελτίο Τύπου της ΔΕΗ.

Εκ μέρους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
Δημητρης Καποτoπουλος, Γενικός Διευθυντής Εταιρικής Τραπεζικής
Βασiλης Καραμουζης β. Γενικός Διευθυντής Εταιρικής και Επενδυτικής Τραπεζικής

Απρέπεια, έπαρση, πολύ «μπλα, μπλα»

Κύριε διευθυντά
Για κάθε συλλογικό εγχείρημα απαιτείται εμπιστοσύνη. Από τα παιχνίδια μέχρι τους σύνθετους κοινωνικούς θεσμούς, οι άνθρωποι δεν μπορούν να συνεργαστούν για το κοινό καλό αν δεν αδρανοποιήσουν τη μεταξύ τους καχυποψία. Οι άνθρωποι εμπιστεύονται τους ομοίους τους περισσότερο, αν έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους: θρησκεία, γλώσσα, εισόδημα. Πρέπει να τονιστεί ότι όσο πιο ίση είναι μια κοινωνία, τόσο περισσότερο εμπιστοσύνη υπάρχει.

Σε μια δημοκρατική χώρα οι εκπρόσωποι του λαού στο Κοινοβούλιο είναι αυτοί που καθορίζουν την πορεία της σε όλους τους τομείς της κρατικής οντότητας. Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί τον ρόλο της εμπιστοσύνης μεταξύ των μελών του Κοινοβουλίου, γιατί ο πλουραλισμός των απόψεων και η σύνθεση οδηγούν σε αποφάσεις μικρότερου κινδύνου. Αντίθετα, η απουσία εμπιστοσύνης βαίνει σαφώς ενάντια στην εύρυθμη λειτουργία μιας κοινωνίας. Τι συμβαίνει στη χώρα μας;

Η χώρα μας έχει εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα περίμενε κανείς να ανθεί, σε μεγάλο βαθμό, η εμπιστοσύνη. Η ανωριμότητα, όμως, του πολιτικού μας συστήματος ακυρώνει αυτή την προοπτική.

Την τοιχογραφία της σπαραζόμενης πατρίδας μας μπορούμε να τη διαμορφώσουμε αν συναρμολογήσουμε εικόνες και λόγο από τις συνεδριάσεις του Κοινοβουλίου: οξύτατες αντιπαραθέσεις χωρίς νόημα, χαμηλής ποιότητας επιχειρηματολογία, απρεπείς συμπεριφορές, αντιμετώπιση του αντιπάλου ως εχθρού, μονοπώληση της γνώσης και της αλήθειας, ναι στη διαφθορά, αλλά διεφθαρμένος ο αντίπαλος, για όλα φταίνε οι προηγούμενοι...

Οι εκπρόσωποί μας στο Κοινοβούλιο δεν γνωρίζουν ότι το πρωταρχικό τους μέλημα είναι η ευημερία του λαού που εκπροσωπούν; Η όποια αντιπαλότητα οφείλει να περιορίζεται στις διαφορετικές προσεγγίσεις των προβλημάτων. Η σύνθεση και η κοινή προσπάθεια για το κοινό καλό είναι ο τελικός στόχος. Η ευθύνη για την πορεία της χώρας είναι της κυβέρνησης, που έχει τον κύριο ρόλο για την υλοποίηση των αποφάσεων του Κοινοβουλίου, αλλά και της αντιπολίτευσης, που είναι επιφορτισμένη με τον έλεγχο των κυβερνώντων.

Στην πρόσφατη «παράσταση» του Κοινοβουλίου οι πολίτες έγιναν μάρτυρες όλων όσα προαναφέρθηκαν και προπαντός της έλλειψης ευαισθησίας τόσο για τον διασυρμό λειτουργών κύρους, όσο και απρεπών στάσεων και αποστροφών...

Αλήθεια, πώς είναι δυνατό να επιβιώσει μια χώρα όταν χάσει την ψυχή της; Πώς θα συγκροτήσει αρραγές μέτωπο για την αντιμετώπιση εξωτερικών κινδύνων; Πώς θα αντιμετωπίσει την παρακμή;

Κλείνοντας θέλω να απευθυνθώ στον ευπατρίδη κ. Πικραμμένο, δανειζόμενος μια σκέψη του φίλου μου καθηγητή Λευτέρη Οικονόμου: Στην πατρίδα μας «καμιά καλή πράξη δεν μένει ατιμώρητη».

Χρηστος Β. Μασσαλας, Πρ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ομότιμος καθηγητής

Ελίτ, μνημόνια και προσαρμογές

Κύριε διευθυντά
Η χώρα μας διάγει τυπικά την τελευταία περίοδο του τρίτου διαδοχικού μνημονίου με επώδυνες προσαρμογές σε δομές του κράτους και της οικονομίας, άλλοτε ορθολογικές και άλλοτε αμιγώς εισπρακτικές. Ενα από τα κριτήρια αξιολόγησης του επώδυνου της προσαρμογής συνιστά και το ανθρώπινο δυναμικό που υποχρεώθηκε να μεταναστεύσει στο εξωτερικό (περίπου 4,5% του πληθυσμού) προς αναζήτηση εργασίας. Μεταξύ των παραγόντων που ώθησαν την Ελλάδα σε αναγκαστική προσαρμογή από το 2010 και έπειτα συμπεριλαμβάνεται η αποτυχία ορισμένων ελίτ (élite) να άρουν αποτελεσματικά συστημικές παθογένειες, όπως φαινόμενα αναξιοκρατίας και υπονόμευσης θεσμών και κανόνων μέσω υποκατάστασής τους από ιδιοτελή, διαπροσωπικά δίκτυα πελατειακών διευθετήσεων. Ο ρόλος των εν λόγω ελίτ στην «καλλιέργεια» αυτών των φαινομένων, ιδίως πριν από το 2010, εκτιμάται ότι συνιστά μεσολαβητικό παράγοντα που ενδεχομένως μπορεί, εν μέρει, να ερμηνεύσει την αποτυχία «αλλαγής παραδείγματος» στην Ελλάδα έως τότε. Μετά το 2010 και παρά την εφαρμογή επώδυνων προσαρμογών, η αντίσταση συναφών ελίτ που αναπαράγουν πιστά πελατειακές πρακτικές υποβοηθά την ερμηνεία της αποτυχίας αλλαγής.

Η κοινωνική κινητικότητα εντός των ελίτ θα μπορούσε να υποστηρίξει τη διαδικασία ορθολογικών προσαρμογών, υπό την προϋπόθεση ότι τα νέα πρόσωπα θα είναι «φορείς αλλαγής» (change agents) και ανάδυσης πλαισίου αξιών που π.χ. προτάσσει τη φιλοπονία έναντι της φυγοπονίας, την αξιοκρατία έναντι της ευνοιοκρατίας. Οι «φορείς αλλαγής» θα χρειαστεί να απορρίπτουν ολικά πρακτικές παθογενούς αξιακού περιεχομένου που –αναπαραγόμενες– συνέβαλαν αρνητικά στην εμπέδωση θεσμών και κανόνων στη χώρα μας, αντιπαραβάλλοντας οικουμενικά ιδανικά και προσήλωση στο καθήκον.

Γιωργος Οικονομου, Μεταδιδακτορικός ερευνητής ΕΚΠΑ

Ο υποψήφιος του 1951 και τα άδεια έδρανα

Κύριε διευθυντά
Στο πολύ (φευ!) μακρινό 1951 (μ.Χ.) οι υποψήφιοι της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών ανέπτυξαν το θέμα «Η σημασία των νόμων και τα εκ της τηρήσεως αυτών αγαθά αποτελέσματα». Η διατύπωση του θέματος ίσως σήμερα να εθεωρείτο ότι επιβάλλει στον εξεταζόμενο την άποψή του και δεν του ζητάει απλώς να εκθέσει ελεύθερα τη δική του. Φοβούμαι ότι ήδη η συζήτηση δεν αφορά τα αγαθά αποτελέσματα εκ της τηρήσεως των νόμων, αλλά αυτή την ίδια την τήρησή τους.

Δεν αναφέρομαι μόνο στα προκλητικά παραδείγματα των Εξαρχείων και του κινήματος(!) «Δεν πληρώνω». Το μείζον –μέγιστο ίσως– πρόβλημα γεννάται πολύ υψηλότερα. Το ίδιο το Σύνταγμα αποφεύγει ακόμα και τον όρο «απαρτία» και θεωρείται ότι ο έλεγχός της δεν αποτελεί καθήκον του προεδρεύοντος, αλλά χρειάζεται αίτημα ονομαστικής ψηφοφορίας, για να διαπιστωθεί η παρουσία του 1/4 του όλου αριθμού των βουλευτών, τον οποίο απαιτεί εμμέσως το άρθρο 67, προκειμένου να αποφασίσει –όχι να συζητήσει– η Βουλή. Αποτέλεσμα, συζητήσεις ενώπιον κενών εδράνων, τις οποίες παρακολουθούν και μαθηταί, για να διδαχθούν την εφαρμοζόμενη μορφή της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας. Αποτελεί επίσης κοινή πρακτική η μη εφαρμογή ψηφισμένων και δημοσιευμένων νόμων, ακόμη και συνταγματικών διατάξεων, όπως η μη περικοπή της βουλευτικής αποζημιώσεως σε συστηματικώς απουσιάζοντες βουλευτές (άρθρο 63 παρ. 3 του Συντάγματος). Ακούμε επίσης συχνότατα την εντολή του προεδρεύοντος να διαγραφούν από τα πρακτικά ανοίκειες φράσεις ή περιγραφή αντίστοιχων συμπεριφορών από τα τηρούμενα κατά το άρθρο 61 του Κανονισμού πρακτικά για «όλα όσα συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης», τα οποία πρέπει να «καταγράφονται λέξη προς λέξη». Κατά τα άλλα, όλοι υπεραμύνονται της –διαπομπευόμενης καθημερινά– διακρίσεως των εξουσιών. Οποιοδήποτε σχόλιο του υποψηφίου του 1951 περιττεύει.

Κ. Γ. Μπονιφατσης

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ