Κατερίνα Σώκου ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

Μια πολιτική απόφαση για την οικονομία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η συζήτηση για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους ήταν κατά τα δύο τρίτα πολιτική και μόνο κατά το ένα τρίτο οικονομική, εκτίμησε την Κυριακή ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου. Οπως φάνηκε από την αντιπαράθεση για την επόμενη μέρα του μνημονίου στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, αυτή η προσέγγιση όχι μόνον εξακολουθεί να ισχύει για το χρέος, αλλά επεκτείνεται και στον σχεδιασμό της επόμενης μέρας των μνημονίων.

Ο νέος επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής Φραγκίσκος Κουτεντάκης το είπε ξεκάθαρα: η απόφαση θα είναι πολιτική, καθώς ακόμη και με μεγαλύτερο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, η κυβέρνηση θέλει να περάσει το μήνυμα της επιστροφής σε μια ανεξάρτητη οικονομική πολιτική. Από την πλευρά τους, οι Ευρωπαίοι πιστωτές δεν φαίνεται να διαφωνούν, αν και τονίζουν ότι η εποπτεία, όπως και οι μεταρρυθμίσεις, θα πρέπει να συνεχιστεί. Ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (ESM) Κλάους Ρέγκλινγκ δήλωσε ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, η καθαρή έξοδος στις αγορές φαίνεται εφικτή. Τι κι αν ένα προληπτικό πρόγραμμα δεν θα περιείχε περισσότερα μέτρα από εκείνα που προβλέπονται ήδη, τι κι αν το κόστος δανεισμού θα ήταν μικρότερο...

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας καταλόγισε πολιτικά ή προσωπικά κίνητρα σε όσους υποστηρίζουν δημοσίως ένα προληπτικό πρόγραμμα στήριξης αντίθετα με τις επιλογές της κυβέρνησης για μια καθαρή έξοδο στις αγορές. Σηκώνοντας το γάντι, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, που έχει ταχθεί υπέρ μιας προληπτικής γραμμής, υπεραμύνθηκε της ανεξαρτησίας του θεσμού του οποίου προΐσταται.

Ακόμη και ως οικονομική απόφαση, πάντως, το ζήτημα έχει συμβολικό χαρακτήρα. Η εμπιστοσύνη των αγορών δεν ορίζεται μόνον με αριθμητικά κριτήρια, αλλά βασίζεται και σε ποιοτικά στοιχεία όπως η εμπιστοσύνη των επενδυτών. Γι’ αυτό και το ΔΝΤ τονίζει ότι θέλει μια απόφαση για το χρέος όσο τον δυνατόν συντομότερα, ενώ ακόμη και ο ESM (που στο παρελθόν δεν έκρυβε τη διαφωνία του με τη συμμετοχή του πρώτου) θέλει πλέον τη σύμφωνη γνώμη του ΔΝΤ, καθώς θεωρεί ότι η αξιοπιστία των ευρωπαϊκών δεσμεύσεων για την αναδιάρθρωση του χρέους θα είναι μεγαλύτερη σε αυτή την περίπτωση. Ενώ όμως τόσο οι Ευρωπαίοι όσο και η κυβέρνηση τονίζουν ότι δεν χρειάζεται πλέον η συμμετοχή του ΔΝΤ με χρηματοδότηση, σημειώνοντας μάλιστα ότι τα δάνειά του είναι πιο ακριβά, το ίδιο επιχείρημα δεν φαίνεται να έχει αντίστοιχη επιρροή στην περίπτωση της καθαρής εξόδου, που σίγουρα θα είναι πιο ακριβή από μια προληπτική γραμμή στήριξης. Σε κάθε περίπτωση, είτε συμμετέχει το ΔΝΤ είτε όχι, στην επόμενη φάση θα χρειαστεί και αυτό να δει τους δικούς του δημοσιονομικούς όρους να ικανοποιούνται.

Πολιτική, λοιπόν, θα είναι η τελική συμφωνία και από την πλευρά των δανειστών για το ζήτημα του χρέους, του κλεισίματος της αξιολόγησης και του είδους της εποπτείας και στήριξης μετά το τέλος του μνημονίου. Διότι και εποπτεία θα υπάρχει για την τήρηση των μεταρρυθμίσεων και μια μορφή στήριξης, ακόμη και αν αυτή είναι μόνο υπό τη μορφή τεχνικής βοήθειας. Μάλιστα, αν υπάρξει αναδιάρθρωση χρέους, η εποπτεία αναμένεται να είναι ακόμη πιο έντονη. Ολα αυτά, όμως, βρίσκονται υπό την αίρεση των συνθηκών στις διεθνείς αγορές, από τις οποίες η χώρα θα εξαρτάται σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό. Διότι, στο τέλος της ημέρας, οι συνθήκες στις αγορές είναι που θα διαμορφώσουν το κόστος δανεισμού της Ελλάδας, και αυτό με τη σειρά του το αν η χώρα θα χρειαστεί ένα προληπτικό πρόγραμμα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ