Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Φραγκίσκος Κουτεντάκης: Τζανκ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Τι θέλει ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης; Απαλλαγή. Απελευθέρωση. Χειραφέτηση «από τις πολιτικές δεσμεύσεις», κι ας είναι ακριβή. Κι ας συνεπάγεται υψηλότερο κόστος δανεισμού. Αυτά είπε ο γενικός γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής στο Φόρουμ των Δελφών. Λίγες ώρες αργότερα, έμελλε να ξεσπάσει η πολιτική αντιπαράθεση για τον διορισμό του ως επικεφαλής στο Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής.

Αν και η ακολουθία τους είναι τυχαία, το ένα γεγονός εξηγεί το άλλο. Ο διορισμός ερμηνεύει τη διακήρυξη περί απελευθέρωσης, ακριβώς επειδή καταδεικνύει πώς ο ΣΥΡΙΖΑ εννοεί να χρησιμοποιήσει την ποθούμενη μεταμνημονιακή ελευθερία: Διορίζοντας.

Πέρα από την πλάκα, η κυβέρνηση έχει δείξει πώς αντιλαμβάνεται αυτό που ο Κουτεντάκης περιέγραψε ως απαλλαγή. Το έδειξε στους θούριους για το «κοινωνικό μέρισμα». Εδειξε ότι για την ίδια το πρόβλημα είναι η διανομή και όχι η παραγωγή του πλούτου. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η οικονομία παραμένει νεκρή, αλλά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει πλήρη εξουσία να μοιράσει τις σάρκες του πτώματος.

Το δίλημμα του Κουτεντάκη –φθηνή υποτέλεια ή ακριβή ελευθερία– είναι κούφιο. Απελευθέρωση δεν προβλέπεται. Τα μέτρα είναι προψηφισμένα. Η εποπτεία επιβάλλεται αυστηρή, με ή χωρίς μνημόνιο. Αλλά ακόμη κι αν φανταστεί κανείς ένα χαλαρότερο καθεστώς, η χρήση της «ελευθερίας» που ορέγεται η κυβέρνηση θα πυροδοτούσε την αντίδραση των αγορών.

Για να πετύχει, λέει ο Κουτεντάκης, το σχέδιο αυτοδύναμης εξόδου, οφείλουμε να μην υπονομεύουμε την αξιοπιστία της χώρας. Υπάρχει άραγε τίποτε πιο υπονομευτικό από μια εξουσία που διαφημίζει ότι αδημονεί να ξαναπιάσει «τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου»; Υπάρχει τίποτε πιο δυσφημιστικό από μια κυβέρνηση που διαδηλώνει ότι κρατάει τα κλειδιά του κράτους;

Για το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής η κυβέρνηση δεν διάλεξε έναν οικονομολόγο γενικώς του δικού της κλίματος. Εγκαθιστά ένα κομματικό στέλεχος σε ένα θεσμό που ιδρύθηκε εν μέσω κρίσης ως ανεξάρτητο παρατηρητήριο. Δηλαδή ως φορέας προορισμένος να ενισχύσει τη δημοσιονομική –φευ!– αξιοπιστία.

Σχεδόν πάντα επικαλούμαστε την αξιοπιστία ως μονάδα μέτρησης του αξιόχρεου – μόνο προς τα έξω. Η θεώρηση αυτή υποσκελίζει τη σημασία της εσωτερικής εμπιστοσύνης – της πίστης που πρέπει να έχουν όχι αυτοί που βαθμολογούν την οικονομία, αλλά οι πολλοί που καλούνται να εργαστούν για να τη θέσουν σε κίνηση.

Στους πολλούς η περίπτωση του αναδιορισθέντος γενικού γραμματέα στέλνει το μήνυμα ότι δεν αξίζει κανείς να ρισκάρει με την Ελλάδα. Είτε έχει μεταναστεύσει είτε δεν έχει ακόμη καταφέρει να απεγκλωβιστεί, δεν αξίζει να επενδύσει τη ζωή του σε μια χώρα που λειτουργεί μόνο ως πεδίο αποκατάστασης κομματικών αξιωματούχων. Η χώρα του Κουτεντάκη δεν έχει ακόμη βαθμό βιωσιμότητας. Παραμένει junk.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ