Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Νίκος Παρασκευόπουλος: Καύσιμα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Δ​​εν μπορεί, έλεγαν. Δεν μπορεί να το έχουν φτάσει μέχρι εδώ και να κλείσουν άρον άρον την Προανακριτική. Η μεθόδευση ήταν βέβαια εγγεγραμμένη στην πρόταση για τη σύσταση της επιτροπής – όπου η πλειοψηφία δεν είχε στέρξει να διατυπώσει συγκεκριμένες κατηγορίες, παρά μόνο κατέφευγε σε αφηρημένα νομικά ερωτήματα. Ομως ούτε οι ζηλωτές της αντιπολίτευσης δεν περίμεναν ότι οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ θα ακολουθούσαν το αρχικό σχέδιο. Νόμιζαν ότι όσα μεσολάβησαν –και κυρίως η ριζική αμφισβήτηση της δικογραφίας στη Βουλή– θα υποχρέωναν την κυβέρνηση να αναθεωρήσει. Θα την υποχρέωναν να επιτρέψει στην επιτροπή να μπει στην ουσία, προκειμένου να μη δοθεί η εντύπωση ότι επείγονται να κρύψουν τον φάκελο.

Φαίνεται ότι έπεσαν έξω. Μια κανονική Προανακριτική –όπου θα ακουγόταν η φωνή των απρόσωπων μαρτύρων, όπου θα εξετάζονταν οι κατηγορίες, αλλά και οι μέθοδοι των κατηγόρων– έχει ρίσκο. Η κυβέρνηση προτιμά να φανεί ότι φοβάται την έρευνα, παρά να την υποστεί.

Προτιμά, κυρίως, να έχει εκείνη στον έλεγχό της τον ρυθμό δημοσιότητας της υπόθεσης. Οπως το «αμελλητί» διήρκεσε τρεις μήνες από την πρώτη κατάθεση για πολιτικό πρόσωπο μέχρι τη διαβίβαση της δικογραφίας στη Βουλή· όπως η ανάδυση του σκανδάλου εκδηλώθηκε ένα χρόνο μετά την πρώτη πρωθυπουργική του προαναγγελία, έτσι και τώρα: Προέχει ο ρυθμός των «αποκαλύψεων», προκειμένου η βαλιτσολογία να φτάσει ζωντανή μέχρι τις εκλογές.

Το ότι την επιχείρηση αυτή ανέλαβε να εκπροσωπήσει στην Προανακριτική ο Νίκος Παρασκευόπουλος δεν είναι, βέβαια, έκπληξη. Ο καθηγητής έχει δώσει τα διαπιστευτήριά του σε ανάλογες αποστολές, τόσο όταν υπηρετούσε στο υπουργείο Δικαιοσύνης –τυπικά ως υπουργός, αλλά ουσιαστικά σαν υπασπιστής του αναπληρωτή του– όσο και ως απλώς βουλευτής.

Εκείνος ήταν που κινούσε τον πειθαρχικό έλεγχο εναντίον δικαστικών λειτουργών οι οποίοι τύγχανε να επιδεικνύουν δυσκολία συμμόρφωσης με την ατζέντα της κυβέρνησης. Εκείνος ήταν πάλι εισηγητής της πλειοψηφίας στην υπεράσπιση του υπουργού Αμυνας, όταν ο τελευταίος κατηγορούνταν για παρέμβασή του σε εκκρεμή ποινική υπόθεση.

Ο Παρασκευόπουλος ακολούθησε έτσι τη μοίρα των «σοφών» της Αριστεράς, οι οποίοι κατέληξαν μάλλον στο ρεζερβουάρ, παρά στο πηδάλιο της συριζαϊκής μηχανής. Οι ειδήμονες της οικονομίας απέβησαν καύσιμο του βαρουφακισμού. Οι πανεπιστημιακοί του ΣΥΡΙΖΑ επέσπευσαν τη λουμπενοποίηση της Παιδείας. Ομοίως, ο καθηγητής του ποινικού δικαίου διατέθηκε στο χυτήριο των θεσμών.

Στον Πολάκη μπορεί κανείς να αναγνωρίσει το ελαφρυντικό της άγνοιας. Ο νομικός του πολιτισμός συμπυκνώνεται στη μνημειώδη φράση «τους μαγκώσαμε και κελάηδησαν». Χωρίς ίχνος άγνοιας, ο Παρασκευόπουλος αναλαμβάνει να κελαηδήσει αυτόν τον πολιτισμό με τη φωνή του δικανικού καθωσπρεπισμού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ