ΚΟΣΜΟΣ

Το ανώτατο δικαστήριο της Ινδίας δικαίωσε την «Τζιχάντ του έρωτα»

REUTERS

Η Ακίλα, 24 ετών, η οποία έγινε μουσουλμάνα το 2016 και πήρε το όνομα Χαντίγια, κατά την άφιξή της στο Κότσι της Ινδίας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΝΕΟ ΔΕΛΧΙ. Το ανώτατο δικαστήριο της Ινδίας επέτρεψε χθες σε ινδουίστρια, η οποία είχε ασπαστεί το Ισλάμ πριν από δύο χρόνια, να ζήσει με τον μουσουλμάνο σύζυγό της, έναν άνδρα που οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς κατηγορούν ότι στρατολογεί μέλη του Ισλαμικού Κράτους. Η υπόθεση έχει βαφτιστεί «Τζιχάντ του έρωτα» επειδή υποτίθεται ότι εργαλειοποιεί την αγάπη για την προσέλκυση μουσουλμάνων. Η φράση έχει υιοθετηθεί από ακραίες ομάδες ινδουιστών, που κατηγορούν τους μουσουλμάνους άνδρες ότι συμμετέχουν σε μια συνωμοσία για να στρέψουν τις ινδουίστριες μακριά από τη θρησκεία τους, ξελογιάζοντάς τες. Το ανώτατο δικαστήριο της χώρας, ωστόσο, ανέτρεψε προηγούμενη δικαστική απόφαση και νομιμοποίησε εκ νέου τον γάμο της 24χρονης γυναίκας, η οποία έγινε μουσουλμάνα και άλλαξε το όνομά της από Ακίλα σε Χαντίγια. «Το σώμα δεν έχει δικαίωμα να ακυρώσει ένα γάμο μεταξύ συναινούντων ενηλίκων», ανέφεραν τρεις δικαστές του ανώτατου δικαστηρίου υπό τον πρόεδρο Ντιπάκ Μίσρα.

Η Εθνική Υπηρεσία Ερευνών ισχυρίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου στο κρατίδιο της Κεράλα, της νότιας Ινδίας, ότι η Χαντίγια υπέστη πλύση εγκεφάλου από τον μουσουλμάνο άνδρα, ο οποίος έχει απευθείας σχέσεις με το Ισλαμικό Κράτος. Σε απάντηση, το δικαστήριο της Κεράλα ακύρωσε τον γάμο της Χαντίγια, αναθέτοντας την επιμέλειά της στον πατέρα της αφότου οι εισαγγελείς δήλωσαν ότι ανησυχούν για την τύχη της. Σε έφεση προς το δικαστήριο η Χαντίγια απέρριψε τις αιτιάσεις εις βάρος του συζύγου της, όπως αυτές διατυπώθηκαν από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία και προσέφυγε στο ανώτατο δικαστήριο κατά της απόφασης. Ωστόσο το σώμα επέτρεψε στην αντιτρομοκρατική να συνεχίσει τις έρευνες, που ξεκίνησαν το 2015 σε σχέση με τη ριζοσπαστικοποίηση νεαρών ινδουιστών στην Κεράλα, που στέλνει δεκάδες χιλιάδες εργάτες στη Μέση Ανατολή ως δυνάμει πεδίο στρατολόγησης του Ισλαμικού Κράτους.

Οι μουσουλμάνοι αποτελούν το 14%, ενώ οι ινδουιστές το 79% του ινδικού πληθυσμού, που ανέρχεται σε περίπου 1,3 δισεκατομμύριο, με βάση τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής. Οπως σημείωνε πριν από κάποια χρόνια στην Ντόιτσε Βέλε ο Γερμανός ειδικός σε ζητήματα τρομοκρατίας Μπερντ Γκέοργκ Ταμ, «η Ινδία βρίσκεται στη δίνη του ισλαμικού τζιχάντ, του ιερού πολέμου των ισλαμιστών, με τρομοκρατικές ομάδες που δραστηριοποιούνται σε διάφορα σημεία της χώρας. Υπάρχουν τρομοκρατικές οργανώσεις από την περιοχή του Κασμίρ ή ακόμα και από το γειτονικό Μπανγκλαντές που δρουν στις κεντρικές περιοχές της Ινδίας. Παράλληλα δραστηριοποιούνται και οι λεγόμενοι «γηγενείς τρομοκράτες», δηλαδή μουσουλμάνοι που έχουν γεννηθεί και κοινωνικοποιηθεί στην Ινδία. Αυτό που διαφεύγει συχνά την προσοχή μας είναι ότι το τρομοκρατικό δίκτυο της Αλ Κάιντα έχει κηρύξει κατά της Ινδίας τον ιερό πόλεμο με αφορμή τη διαμάχη Πακιστάν και Ινδίας για τον έλεγχο της αμφιλεγόμενης περιοχής του Κασμίρ. Συνεπώς, η Αλ Κάιντα έχει απλώσει το δίχτυ της στην Ινδία διατηρώντας ισχυρούς δεσμούς με ισλαμιστές τρομοκράτες έτοιμους να δράσουν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ