ΕΛΛΑΔΑ

Η Αθήνα, «πόλη των γιατρών» από το 1870

ΠΕΝΝΥ ΜΠΟΥΛΟΥΤΖΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με ευκολία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και «πόλη των γιατρών». Με μία αναλογία 9 γιατρών ανά 1.000 κατοίκους η Αθήνα σήμερα διεκδικεί μαζί με την Ουάσιγκτον τον τίτλο της πόλης με το πιο πυκνό δίκτυο γιατρών μεταξύ των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ. Διαχρονική αξία. Ηδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, η Αθήνα έχει αναλογία 2,9 γιατρών ανά 1.000 κατοίκους, όταν το Παρίσι είχε 1,2 γιατρούς ανά 1.000 κατοίκους. Ο μεγάλος αριθμός γιατρών στα τέλη του 19ου αιώνα δεν συνοδεύεται με καλύτερους δείκτες θνησιμότητας του πληθυσμού. Καταδεικνύει όμως την επιθυμία της ελληνικής οικογένειας να διαθέτει απογόνους υψηλής ειδίκευσης για την ανέλιξή τους σε μία διαρκώς ανανεούμενη ελληνική ελίτ.

«Το ιατρικό σώμα της Αθήνας, η θέση του στον αστικό ιστό και την αθηναϊκή κοινωνία 1870-1960», είναι ο τίτλος μελέτης της αναπληρώτριας καθηγήτριας Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ευγενίας Μπουρνόβα, που παρουσιάστηκε προχθές το απόγευμα στο Ινστιτούτο Παστέρ, σε εκδήλωση που διοργάνωσαν ο Ομιλος Φίλων του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ και η Ομάδα Παραγωγής Δημόσιας Ιστορίας historistai. Η μελέτη καταδεικνύει τη «διαχρονικότητα» του υπερπληθωρισμού γιατρών στην Αθήνα, ενώ επιβεβαιώνει τη γενική παρατήρηση ότι ο μεγάλος αριθμός γιατρών είναι σημαντικός δείκτης για το επίπεδο εκπαίδευσης ενός πληθυσμού αλλά όχι με το επίπεδο υγείας του.

Σύμφωνα με τη μελέτη, στην Αθήνα του 1870 υπάρχουν 200 γιατροί, οι οποίοι έφθασαν τους 510 το 1910 και τους 1.050 τo 1930. Το 1879 αντιστοιχεί ένας γιατρός σε 330 κατοίκους στην Αθήνα, αναλογία η οποία βελτιώθηκε περαιτέρω φθάνοντας το 1960 να υπάρχει ένας γιατρός ανά 220 κατοίκους. Παρά τον μεγάλο αριθμό γιατρών, η θνησιμότητα του πληθυσμού στην πόλη των Αθηνών είναι πολύ υψηλή και κυμαίνεται τις δεκαετίες 1870 έως 1930 μεταξύ 29,5 τις χιλίοις και 22,5 τις χιλίοις. Αλλωστε, το 1920 το κόστος μίας απλής ιατρικής εξέτασης ισοδυναμούσε με τουλάχιστον τέσσερις ημέρες εργασίας στην υφαντουργία.

Οπως ανέφερε η κ. Μπουρνόβα, «το ερώτημα που τίθεται είναι πώς είναι δυνατόν μία πόλη με χιλιάδες γιατρών να έχει υψηλούς δείκτες θνησιμότητας, ενώ άλλες πόλεις με μικρότερη αναλογία γιατρών προς κατοίκους να έχουν καλύτερους δείκτες». Η απάντηση φαίνεται να σχετίζεται με την προσπάθεια που έγινε από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 σε επίπεδο υποδομών με τη δημιουργία νοσοκομείων και κλινικών. Ετσι, η θνησιμότητα στην πρωτεύουσα το 1939 μειώνεται στο 15 τις χιλίοις και στο 10-11 τις χιλίοις στις αρχές της δεκαετίας του 1960.

«Μπορούμε να δούμε ότι όσο οι δομές δημόσιας υγείας και το επίπεδο της ιατρικής γνώσης προοδεύουν, οι γιατροί παίζουν τον ρόλο του ενδιάμεσου μεταξύ αυτών και των ασθενών. Οσο οι δομές και η γνώση παρέμειναν ανεπαρκείς, οι γιατροί εξουδετερώθηκαν και παρέμειναν ανίκανοι να συμβάλουν στη βελτίωση της υγείας των κατοίκων της πόλης», τόνισε η κ. Μπουρνόβα και προσέθεσε ότι «η εξαιρετική αναλογία των ιατρών και των δικηγόρων από τον 19ο αιώνα, στις οποίες πρέπει να προστεθούν οι Ελληνες μηχανικοί από τις αρχές του 20ού αιώνα, αντικατοπτρίζει την επιθυμία της ελληνικής οικογένειας να διαθέτει απογόνους υψηλής ειδίκευσης για την επίτευξη κοινωνικής ανέλιξης. Αυτή η στρατηγική είναι ίσως η βάση της έλλειψης διαμόρφωσης μιας κλειστής ελίτ. Αντίθετα, η ελληνική ελίτ φαίνεται να ανανεώνεται συνεχώς κυρίως από τα πιο λαμπρά μέλη των τριών αυτών επαγγελματικών σωμάτων, τα οποία συχνά ολοκληρώνουν την κοινωνικοοικονομική τους επιτυχία με θητεία στο δημαρχείο ή στη Βουλή ή επικεφαλής σε κάποιο υπουργείο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ