Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Οι αδαείς και παράφρονες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​​​«Εξάντληση τίποτ’ άλλο εξάντληση», είναι η τελευταία φράση της Βασίλισσας και το φινάλε του έργου «Ο Αδαής και ο Παράφρων» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Μια διάσημη σοπράνο κολορατούρα, ο πατέρας της και, κυρίως, ο δόκτωρ είναι τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα στο θεατρικό έργο του Αυστριακού συγγραφέα που φιλοξενείται, φέτος, στο «Πορεία» (έχουν προηγηθεί δυο ακόμη, επιτυχημένοι, κύκλοι παραστάσεων), σε σκηνοθεσία Γιάννου Περλέγκα. Η σύνοψη της υπόθεσης είναι η εξής:

Μια μεγάλη ντίβα της όπερας πρόκειται να τραγουδήσει στον «Μαγικό Αυλό» του Μότσαρτ για 222η φορά. Εξαντλημένη από την πειθαρχία που έχει επιβάλει στον εαυτό της και από την επαναλαμβανόμενη έκθεσή της στην κρίση του κοινού, αποφασίζει να ματαιώσει τις προγραμματισμένες εμφανίσεις της και να αποσυρθεί με τον τυφλό πατέρα της στην εξοχή. Εκείνος όμως, αλκοολικός και φιλοχρήματος, έχει εναποθέσει όλη του τη ζωή στην καριέρα της κόρης του. Ανάμεσά τους βρίσκεται ένας γιατρός, «δόκτωρ» Ιατροδικαστικής, παθιασμένος με την ανθρώπινη ανατομία, αλλά αδιάφορος για την ανθρώπινη ύπαρξη.

Ο Γιώργος Δεπάστας, που υπογράφει την υποδειγματική μετάφραση ενός πολύ σύνθετου και συχνά παραληρηματικού κειμένου, σημειώνει στο πρόγραμμα: «Στο σαγηνευτικό αυτό αριστούργημα, με τον αινιγματικό πολυσήμαντο τίτλο “Ο Αδαής και ο Παράφρων”, η ιατροδικαστική αναλαμβάνει να κατατεμαχίσει και να αποσυνθέσει την πλέον υπέροχη και φωτεινή απ’ όλες τις όπερες του Μότσαρτ, τον Μαγικό Αυλό. Παράλληλα, ανατέμνει με την ακρίβεια νυστεριού τη σχέση γονιού-παιδιού, όπως και τη σχέση καλλιτέχνη-σκηνής-κοινού, αποδίδοντας εκατέρωθεν τις ευθύνες. Ομως και η ίδια η ιατροδικαστική είναι καταδικασμένη να συστρέφεται γύρω από την ακατανόητη, για όλους τους υπόλοιπους, αυτοαναφορικότητά της. Ολοι οι ήρωες του έργου –η ντίβα, ο πατέρας, ο δόκτωρ, η ενδύτρια, το γκαρσόνι– δεν έχουν καν ονόματα. Είναι καταδικασμένοι να είναι μονάχα ό,τι υποδηλώνει η ιδιότητά τους. Οι άνθρωποι, λοιπόν, δεν είναι πια άνθρωποι, αλλά μαριονέτες που εγκλωβίζονται σε προδιαγεγραμμένους ρόλους».

Η ακρίβεια της περιγραφής του Γ. Δεπάστα βοηθάει τους παράλληλους συνειρμούς, ώστε ένα έργο που γράφτηκε πριν από περίπου μισό αιώνα (46 χρόνια για την ακρίβεια) να μπορεί να χρησιμεύσει ως ερμηνευτικό εργαλείο (ίσως και χειρουργικό) της σημερινής ταραγμένης εποχής.

Η αυτοαναφορικότητα (εγκατεστημένη στα social media), ο εγκλωβισμός σε προδιαγεγραμμένους ρόλους, η τύφλωση ως πνευματική αναπηρία, πολλαπλασιάζουν τούς, ανά τον κόσμο, αδαείς και παράφρονες. Ηγέτες κρατών (πληθαίνουν τα παραδείγματα), διάσημοι, δημοφιλείς αλλά και άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, «ξεχνούν πως είναι άνθρωποι και όχι μηχανές, ξεχνούν πως το σώμα είναι φθαρτό, δεν μπορούν να πάρουν μια φυσιολογική αναπνοή». Η ασφυξία μέσα στην οποία κινεί τους ήρωές του ο Μπέρνχαρντ είναι τρόπος ζωής.

Το νυστέρι του παθολογοανατόμου τέμνει το νεκρό σώμα, περιγράφοντας τις αλλοιώσεις. Ο,τι όμως συμβαίνει και ανάμεσα στους ζώντες, οι σχέσεις τους, οι αναφορές τους, οι επιθυμίες τους (επιβεβλημένες κυρίως) έχει κάτι απολύτως εμμονικό και μονότονο. Δεν εξελίσσεται· απλώς επαναλαμβάνεται για να επιβεβαιώσει ότι η ζωή είναι οδυνηρή κοινοτοπία, την οποία πρέπει να φροντίζει κανείς να επανορθώσει.

Οι αδαείς δεν διαφέρουν, επί της ουσίας, από τους παράφρονες. Το επιβεβαιώνουν καθημερινά κινήσεις ηγετών στην πολιτική σκακιέρα, επιλογές ψηφοφόρων σε εκλογικές αναμετρήσεις, οι διακυμάνσεις και οι αποχρώσεις γίνονται όλο και πιο άτονες. Ο δόκτωρ, του Μπέρνχαρντ, υποστηρίζει ότι «αυτό που επιθυμούμε αρχικά είναι αυτό που καθόλου δεν επιθυμούμε». Αυτή η στυλιστική αποτύπωση του ασαφούς μπορεί να μοιάζει αδιέξοδη, αλλά δεν είναι. Χρειάζεται χρόνος και δύναμη –κυρίως το δεύτερο– για να αντιληφθεί κανείς ότι πρέπει «να ακυρώνει, να διακόπτει κάτι που έχει γίνει συνήθεια». Η Βασίλισσα όταν αποφασίζει τις ματαιώσεις των παραστάσεων και την απόσυρση ανοίγεται σε μια «απέραντη αβεβαιότητα», την ίδια που αντιμετωπίζει κάθε φορά που ανοίγει η αυλαία. Η αβεβαιότητα είναι δεδομένη, μοιάζει να λέει ο Μπέρνχαρντ. Δεν έχει νόημα να τη φοβάται κανείς. Η επανάληψη είναι η μήτρα της παραφροσύνης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ