ΒΙΒΛΙΟ

Κουρδίζοντας τη λύρα, πάλι

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΩΤΟΥΛΑ
Η επίμονη αφήγηση
εκδ. Πατάκης, σελ. 66

Α​​κόμη και σήμερα, σε εποχή ακραίας αβεβαιότητας, υπάρχουν ποιητές που, βέβαιοι για τις λέξεις τους, μας καλούν να παρακολουθήσουμε τι είναι σε θέση να φτιάξουν με αυτές: ωραίους στίχους, δυναμικά συνθήματα, βαθύτατες ενδοσκοπήσεις. Ακτινοβολούν έναν δυναμισμό που περισσεύει ακίνδυνα, σε πείσμα των περιστάσεων.

Σάμπως τίποτα να μην άλλαξε ποτέ. Και υπάρχουν οι άλλοι ποιητές που, γεμάτοι φόβο απέναντι στην κάθε λέξη, μας καλούν να παρακολουθήσουμε το επικίνδυνο νούμερο που εν επιγνώσει εκτελούν. Ετούτη η σχοινοβασία που, όχι απαραίτητα δραματικά, συχνά, αντίθετα, με παίγνιο και με χιούμορ, μεταφέρει την τρεμάμενη ράβδο της ποίησης και της ελληνικής γλώσσας σε μιαν επόμενη όχθη, ορίζει σε μεγάλο βαθμό τη νέα ποίηση.

Η Δήμητρα Κωτούλα (γεν. 1974) επιβεβαιώνεται με το δεύτερο βιβλίο της, υπό τον εύγλωττο τίτλο «Η επίμονη αφήγηση», ως εξέχουσα εκπρόσωπός της. Κι ενώ άλλοι της γενιάς της πραγματοποιούν την αναμέτρησή τους ασυνείδητα ή σχεδόν, η Κωτούλα, σαφώς διανοούμενη ποιήτρια, δίνει τη μάχη συνειδητά. Γι’ αυτό δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι στο βιβλίο αυτό βρίσκει κανείς διατυπωμένες προγραμματικές αρχές της νέας ποίησης. Οχι τόσο στο «Μανιφέστο» (ΙΙΙ) αλλά, περισσότερο, στο πέμπτο ποίημα της ενότητας «Επεισόδια Ι-ΙΧ» με τίτλο «Τα Ηθικά», όπου η ποιήτρια κάνει τον πικρό λογαριασμό της με το παρελθόν (της ποίησης, και της γλώσσας).

Πρώτα, διηγείται παραστατικά την ανέμελη, γεμάτη ψευδαισθήσεις, διαδρομή της γενιάς της: «φτιάξαμε στίχους που μπορούν να επιζήσουν στη μετάφραση/ και ηττηθήκαμε» για να ακολουθήσει η επίγνωση: «Αμα δεν στρέψεις πίσω την εστία στο φως/ πάντα θα πέφτεις σε σκιές μπροστά σου». Ο πειρασμός του παραλληλισμού, είτε με την πορεία του ατόμου που ωριμάζει είτε, όμως, και με την πρόσφατη ελληνική ιστορία, είναι μεγάλος, η Κωτούλα, ωστόσο, φροντίζει να αφιερώσει άλλα ποιήματα του ίδιου βιβλίου στο άτομο, την κοινωνία, την πατρίδα και την ιστορία, ρητά. «Η πατρίδα μοιάζει να τελειώνει/ (σε πλήρη σύγχυση/ και έξω από τον εαυτό της) (VII). Στο προηγούμενο: «Δεν κράτησες κουρδισμένη τη λύρα που διδάχτηκες» είναι η κατακλείδα της. Ανάλογο προβληματισμό θα συναντήσουμε, άλλωστε, και στον ακριβώς συνομήλικό της ποιητή Ορφέα Απέργη, εκεί ίσως με διάθεση λιγότερο μελαγχολική. Είναι η Κωτούλα, απαισιόδοξη; «Πας οίκος Ισραήλ» είναι ο τίτλος του 6ου «επεισοδίου».

Δεν κρύβονται, λοιπόν, στις βιβλικές αναφορές της, το πείσμα κι η επιμονή. Ο τόνος της είναι εδώ σαββοπουλικός: «ζητώντας όνομα, ιστορία/ λόγο/ την ελευθερία που προσπαθούν να εξαγοράσουν πάλι/ έχοντας σφάλει/ έχοντας φτάσει πάλι/ ώς εδώ-». Πολιτική ποίηση; Μα υπάρχει άραγε ώριμη ποίηση για τα ανθρώπινα που να στερείται πολιτικών προεκτάσεων; Η Κωτούλα το γνωρίζει: «Υπάρχουν συνθήκες/ ανάμεσα σε σένα και σε μένα/…/που μας χαρτογραφούν/ εγκαθιδρύοντας και την παραμικρή αναπνοή μας/ σαν μια πολιτική πραγματικότητα» («Μανιφέστο»).

Ομως, το βιβλίο είναι γεμάτο και από όλα τα άλλα: έρωτα και τοπίο, συναίσθημα και εικόνα, συνομιλία με τη ζωγραφική και τη γλυπτική (Holbein, Χαλεπάς). Χορταστικό κομμάτι του χαρίζεται στην –ολοένα και συχνότερα εμφανιζόμενη στη σύγχρονη ποίηση– σχέση γονέα - παιδιού, εδώ: μητέρας - κόρης. Η διάθεσή της να επεξηγήσει και να περιγράψει κάπως στεγνά, πεζολογικά είναι ήδη εδραιωμένη ως ιδιαίτερο ύφος από τον παλαιότερο Χάρη Βλαβιανό, η χρήση όμως του χρώματος και της εικόνας είναι, στην Κωτούλα, μια εντελώς άλλη υπόθεση. Ο άνεμος, το γαλάζιο των υακίνθων, ο Νοέμβριος που «έρχεται πλημμυρίζοντας από παντού» («Προσευχή») προσφέρουν στη σκέψη ένα υπόστρωμα αισθησιασμού όπου πατά γερά η ποιήτρια για να κυνηγήσει στόχους καθόλου ταπεινούς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ