ΒΙΒΛΙΟ

Ανέλπιδο, μηδενιστικό, ένα κείμενο για το τίποτα

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Ο Εκκλησιαστής
Απόδοση-επίμετρο: Θάνος Σαμαρτζής
εκδ. Δώμα, σελ. 128

Οταν ο Πιτ Σίγκερ έγραψε τους στίχους του «Turn! Turn! Turn!», στην πραγματικότητα προσάρμοσε το τρίτο άσμα του «Εκκλησιαστή» σε μια σπουδαία μελωδία, κι όταν ο Λου Ριντ έγραψε το «There Is No Time», μια αντιστροφή του εβραϊκού κειμένου, έδωσε τη δική του απάντηση, μερικούς αιώνες καθυστερημένα. Δεν είναι ώρα για τίποτα, αφού δεν υπάρχει χρόνος· για να καταλήξει σε μια αμφίσημη κατάφαση: «Τώρα είναι η ώρα, γιατί δεν υπάρχει χρόνος».

Και όταν η Νοεμί Λβοβσκί αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το τραγούδι του Ριντ στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που γύρισε («Ξέχασέ με», 1994), ίσως το έκανε σκόπιμα: στο φιλμ, η ηρωίδα της περιφέρεται στο Παρίσι, δίχως λόγο, κι ερωτεύεται μάταια. Είναι μια ταινία που βλέπεις στα είκοσι και, όταν την ξαναβλέπεις στα σαράντα, λες: «Ωρα για να φτιάξεις, ώρα να χαλάσεις. Ωρα να φυλάξεις, ώρα να πετάξεις. Ωρα να μιλήσεις, ώρα να σωπάσεις». Ο καιρός πέρασε, ο καιρός έρχεται, θα έρθει.

Φαίνεται πως το κείμενο του «Εκκλησιαστή», που αποτελεί την πιο σκοτεινή δέσμη φύλλων της Βίβλου (επειδή είναι σκληρό, ανέλπιδο, μηδενιστικό και κωμικό, με τον τρόπο που οι μεγαλύτερες τραγωδίες υποθάλπουν το πιο τρανταχτό γέλιο), χωρισμένο σε δώδεκα ενότητες, κηλιδωμένο από τη διάσημη αράδα του –«Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης»–, που γράφτηκε, πιθανότατα, στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. στην Παλαιστίνη, συνεχίζει να τροφοδοτεί την τέχνη, ακόμη και σήμερα· από τον κινηματογράφο, την ποπ –ή τη φολκ– κουλτούρα έως τον Ελιοτ του «East Cocker» – «Υπάρχει ένας καιρός να χτίζεις / κι ένας καιρός να ζεις και να γεννάς»– και τον Μπέκετ.

Φαντάζομαι τον Μπέκετ να διαβάζει τον «Εκκλησιαστή», έπειτα να γελάει (ή να κλαίει) και μετά να τρέχει για να γράψει, κυριευμένος από το φάντασμα του αρχαίου κειμένου: «Δεν ξέρω, δεν μπορώ να ξέρω εκ των προτέρων, ούτε εκ των υστέρων, ούτε κατά τη διάρκεια, το μέλλον θα δείξει, κάποια στιγμή στο μέλλον, αργά ή γρήγορα, εγώ δεν θ’ ακούσω, εγώ δεν θα καταλάβω, όλα πεθαίνουν τόσο γρήγορα, αμέσως μόλις γεννηθούν». Ιδού μια επέκταση του «Εκκλησιαστή» στον 20ό αιώνα, ένα απόσπασμα από τα «Κείμενα για το τίποτα», που θα μπορούσε να ενωθεί δίχως κόπο με την εξής στροφή: «Καλύτερος αυτός που δεν γεννήθηκε ποτέ· / τα μαύρα έργα της ζωής / γλίτωσε και δεν είδε» (4:3).

Λες και κάποιος προσπαθεί να συντάξει μισή σελίδα, με λέξεις που έρχονται από δύο διαφορετικές εποχές. Ή, μήπως, από δύο διαφορετικές κατευθύνσεις; Διότι, στο τέλος, οι λέξεις δεν ενώνονται, μα συγκρούονται, και τα συντρίμμια τους πετάγονται καταπάνω μας, υλοποιώντας τις συντεταγμένες όπου στεκόμαστε.
Iσως, μάλιστα, να είναι η απόδοση του Θάνου Σαμαρτζή –ειδικά αν συγκριθεί με την αντίστοιχη, εξαιρετικά μελετημένη, μετάφραση του Αλέξανδρου Iσαρη, από την εξαντλημένη κυκλοφορία των εκδόσεων Ολκός– που επιταχύνει τούτη τη σύγκρουση: γιατί η συγκεκριμένη προσέγγιση μοιάζει περισσότερο με μια σύνοψη της μετάφρασης των Εβδομήκοντα –η επίσημη χριστιανική εκδοχή του εβραϊκού πρωτοτύπου–, που έχει προκύψει ύστερα από ένα επίμονο σκάψιμο. Καθώς η μύτη του φτυαριού συγκρούεται με το χώμα, ανοίγει ένα λαγούμι ώς το κέντρο του κειμένου, όπου βρίσκεται το κόκαλό του, με σκοπό να κουβαληθεί στη γενιά που δεν έχει χρόνο, στη γενιά των sms, στη γενιά μας: η λυτρωτική ελευθερία στη χωμάτινη ερμηνεία των λέξεων, σε συνδυασμό με την ανεξαρτησία στη διάταξη των στροφών, επιτρέπει μια γρηγοράδα στην ανάγνωση που δικαιώνει τον κάθε αναγνώστη ξεχωριστά. Επειδή τον λαμβάνει υπ’ όψιν του και ταυτόχρονα τον ξεχνά.

Η απόγνωση

Eτσι, στην πρώτη ενότητα του «Εκκλησιαστή», η εβραϊκή λέξη «χέμπελ» –που σημαίνει «πνοή ανέμου, ατμός», και μεταφορικά «κάτι φευγαλέο, ανάξιο λόγου», όπως σχολιάζει ο Μιχάλης Κοπιδάκης στην έκδοση του Ολκού–, αποδίδεται ως «ματαιότης» στη μετάφραση των Εβδομήκοντα· κι αν ο Iσαρης διατηρεί ανέπαφη τη «διάσημη αράδα», η πρόσφατη απόδοση του Σαμαρτζή υποκλίνεται στον τρόπο που μας έμαθε ο Μπέκετ να αντιμετωπίζουμε την απόγνωση· αναγνώριση της απόγνωσης, επειδή είναι συντριπτική, απόρριψη της απόγνωσης, αφού είναι γελοία, αντίφαση η οποία μας οδηγεί, τελικά, σε μια μορφή διεστραμμένης ανακούφισης: «Oλα για το τίποτα, / είπε ο εκκλησιαστής· / όλα είν’ ανώφελα, / όλα για το τίποτα».

Είναι αλήθεια πως ο «Εκκλησιαστής» μοιάζει με τα αποτελέσματα μιας ιατρικής εξέτασης που θα προτιμούσαμε να μην είχαμε παραλάβει ποτέ. Είναι εύκολο να τον διαβάσουμε, αλλά δύσκολο να επιστρέψουμε στην καθημερινότητά μας μετά το πέρας της ανάγνωσης.

«Κάθε πράγμα κι η ώρα του»

Καθώς δεν ξέρουμε πώς να εφαρμόσουμε την αναγνωστική μας εμπειρία στον κύκλο όπου κυλούν οι μέρες μας, καταλήγουμε σαν εκείνον τον άνθρωπο που προσπαθεί να χωρέσει έναν μεγαλύτερο κύκλο σ’ έναν μικρότερο. Ο μεγαλύτερος κύκλος διαρκώς περισσεύει. Κι αυτό προκύπτει επειδή, διαβάζοντας τον «Εκκλησιαστή», δεν ξέρουμε αν το συναίσθημα που νιώθουμε προϋπήρχε ή γεννιέται κι αναβλύζει τη στιγμή της ανάγνωσης.

Λαβωμένοι ή περιμένοντας την ελπίδα που δεν θα εμφανιστεί ποτέ, κάνουμε κύκλους γύρω από τον εαυτό μας –σαν τη Ναταλί, την ηρωίδα του φιλμ–, πιασμένοι χέρι χέρι με τους συντρόφους μας, όπως οι δύο μαύρες φιγούρες στο χαρακτικό της έκδοσης, πένθιμες μα απειλητικές, ενώ αφήνουμε το μπορντό χρώμα του εξωφύλλου να μας τυλίξει: «Κάθε πράμα κι η ώρα του».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ