ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Ελένη Ουζουνίδου: «Με εξιτάρουν οι αντι-ηρωίδες»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

«Ο Παγκρατίδης ήταν ένα αγράμματο, απροστάτευτο παιδί. Πρέπει να ήταν μειωμένης νοημοσύνης, αλλά όχι ψυχοπαθής. Νιώθω ότι κατά 99,9% ήταν αθώος», λέει η Ελένη Ουζουνίδου.

Ακόμη και την ώρα που υποδύεται τη μάνα του 28χρονου που εκτελέστηκε το 1968 ως «δράκος του Σέιχ Σου», η Ελένη Ουζουνίδου συγκινείται. Κυρίως με εκείνα που εξομολογήθηκε ο Αριστείδης Παγκρατίδης στον ιερέα, λίγο πριν οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα: «Θα προτιμούσα να μην τα μάθει η μάνα μου, όλα αυτά που έζησα και πέρασα, για να μην πληγωθεί κι άλλο».

Στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, με τους συναδέλφους της Μιχάλη Οικονόμου και Γιώργο Χριστοδούλου, συγκινούν το κοινό στον «Αρίστο», τη θεατρική μεταφορά του βραβευμένου μυθιστορήματος του Θωμά Κοροβίνη «Ο γύρος του θανάτου», σε διασκευή Θεοδώρας Καπράλου και σκηνοθεσία Γιώργου Παπαγεωργίου. Θέμα του είναι η ζωή του Παγκρατίδη, ο οποίος καταδικάστηκε «τετράκις εις θάνατον» για μια σειρά αποτρόπαιων εγκλημάτων, παρότι ο εισαγγελέας είχε διαφωνήσει, προτείνοντας ισόβια. Τα στοιχεία δεν επαρκούσαν, φαίνεται όμως ότι εξυπηρετούσαν για να αποσπάσουν την κοινωνία από την απόδοση ευθυνών μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη.

Ο στυγερός δολοφόνος του Σέιχ Σου προκαλούσε το 1959 τρόμο στη Θεσσαλονίκη, κυρίως στα νεαρά ζευγάρια. Τον Δεκέμβριο του 1963 συνελήφθη ο Παγκρατίδης. Στην τακτική ανάκριση παραδέχθηκε την ενοχή του αλλά την αναίρεσε στη συνέχεια, δηλώνοντας ότι πιέστηκε. Καταδικάστηκε και εκτελέστηκε πέντε χρόνια μετά.

Η Ελένη Ουζουνίδου, που υποδύεται τη μητέρα του, αλλά και μια λαϊκή τραγουδίστρια καθώς και την αφηγήτρια στην παράσταση, δεν είχε γεννηθεί τότε. Ομως, στην Κομοτηνή όπου μεγάλωσε, η ιστορία του Παγκρατίδη ήταν γνωστή. «Αυτό το παιδί είχε βαριά σκιά πάνω του, μια κακιά μοίρα. Ολη η βόρεια Ελλάδα είχε ταραχτεί με την υπόθεσή του. Εμαθα την ιστορία του στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ήμουν δέκα ετών όταν άκουσα την “Αλάνα” του Γιάννη Σπανού και του Λευτέρη Παπαδόπουλου. «Σ’ έστησαν σε μια γωνιά κι ήσουνα νέο παλικάρι, / σ’ έστησαν σε μια γωνιά κι ήτανε τέσσεροι φαντάροι, / σ’ έστησαν σε μια γωνιά και σημαδεύαν την καρδιά σου, / σ’ έστησαν σε μια γωνιά κι ήταν πρωί και παγωνιά». Ρώτησα τους γονείς για ποιον γράφτηκε και έτσι έμαθα για τον Παγκρατίδη. Οπως και πολλοί άλλοι, πίστευαν ότι δεν ήταν αυτός ο “δράκος”. Οι παλιότεροι θεωρούσαν ότι ο αληθινός δολοφόνος φυγαδεύτηκε στο εξωτερικό».

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη, η Ελένη Ουζουνίδου συγκλονίστηκε. «Ο Παγκρατίδης ήταν ένα αγράμματο, απροστάτευτο παιδί. Μπήκε στο περιθώριο, έγινε χασισοπότης, ακολούθησε σκοτεινότερα μονοπάτια, πούλαγε το αίμα του κι έπειτα το κορμί του σε άντρες και γυναίκες στις λασπωμένες περιοχές της Θεσσαλονίκης. Πρέπει να ήταν μειωμένης νοημοσύνης, αλλά όχι ψυχοπαθής. Νιώθω ότι κατά 99,9% ήταν αθώος». Στο ίδιο έργο υποδύεται τη Σύλβα, μια λαϊκή τραγουδίστρια. Πόσο δύσκολη είναι η εναλλαγή δύο ρόλων στη σκηνή; «Είμαι διαρκώς σε ετοιμότητα και πολύ συγκεντρωμένη. Είναι κάτι που με εξιτάρει». Τη γοητεύει επίσης η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. «Καθαρεύουσα, τα καλιαρντά – η γλώσσα των τραβεστί και της τραγουδίστριας».

Στο ίδιο θέατρο, η Ελένη Ουζουνίδου ερμηνεύει τις Κυριακές τη «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου» του Κώστα Σωτηρίου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, έναν επιτυχημένο μονόλογο που ανέβηκε το 2014. Ο κόσμος της Σταματίας οριοθετείται από την εκκλησία, τον καλό στρατό και τους χωροφύλακες». Μια ανέραστη γεροντοκόρη που παινεύεται για τα χριστιανικά ήθη με τα οποία μεγάλωσε, τον ανώτατο δημόσιο υπάλληλο πατέρα της, τον αρραβωνιαστικό της –λοχαγό του Εθνικού Στρατού– που δεν πρόλαβε να γευτεί.

Η καλή πάστα των παλιών

«Η αλήθεια είναι πως, όσο πιο περίεργες εμφανίζονται οι ηρωίδες, τόσο περισσότερο με κερδίζουν. Με εξιτάρουν οι αντι-ηρωίδες. Ποτέ δεν ονειρεύτηκα να παίξω τη μοιραία γυναίκα, αλλά ρόλους που θα με συγκινήσουν». Οταν παίζει, θυμίζει την καλή πάστα των παλιών ηθοποιών. «Προσπαθώ να τιμώ τους ρόλους, να τους αγαπήσει ο κόσμος, όπως τους αγαπάω κι εγώ. Σε αυτό βοηθούν τα μικρά θέατρα. Οταν η απόσταση ανάμεσα στον ηθοποιό και στον θεατή είναι μικρή, σχεδόν αναγκάζεσαι να είσαι πιστευτός. Στις μεγάλες σκηνές, οι λεπτές αποχρώσεις χάνονται. Στα πρώτα μου βήματα στο Βασιλικό του ΚΘΒΕ, έπαιζα διαφορετικά. Οταν ήρθα στην Αθήνα, άρχισα να χαμηλώνω τους τόνους και κατάλαβα ότι έτσι κερδίζεις στο συναίσθημα».

Συστήνεται Ανατολικοθρακιώτισσα και χαίρεσαι να της ακούς να περιγράφει τα παιδικά της χρόνια στην Κομοτηνή. «Οι γονείς μου ήταν δάσκαλοι κυρίως σε μειονοτικά σχολεία και είχαν συναδέλφους και φίλους μουσουλμάνους, Εβραίους, Αρμένιους κι εγώ έπαιζα με τα παιδιά τους». Τι άλλαξε από τότε στα μέρη της; «Οταν ήμασταν στο γυμνάσιο και το λύκειο, τα κορίτσια δεν φορούσαν μαντίλες. Τώρα βλέπω πολύχρωμες μαντίλες στα κοριτσάκια. Δεν άλλαξε κάτι άλλο. Χριστούγεννα γιορτάζουν όλοι, όταν έχει μπαϊράμι επίσης».

Το επαγγελματικό τηλεσκόπιο που έχει στο σπίτι της, «για να παρατηρώ τα φαινόμενα...», μαρτυρεί την επιθυμία της. Ονειρευόταν να γίνει αστροφυσικός. «Τώρα ξενυχτάω βλέποντας ντοκιμαντέρ με τη ΝASA». Οι δάσκαλοί της την ήθελαν σε όλες τις γιορτές του σχολείου – συνέβαλε και η δυνατή φωνή της. «Τελειώνοντας το λύκειο, έβλεπα μπροστά μου το θέατρο, με ένα φόβο όμως, επειδή ήμουν παχουλό παιδάκι σε μια εποχή που είχε ως πρότυπο τα πανέμορφα, αδύνατα πλάσματα. Ψηλή ήμουν, άλλωστε το επίθετό μου στα τούρκικα σημαίνει Μακρίδου, uzun σημαίνει ψηλός, μακρύς». Διάλεξε τη διατροφολογία κι έπειτα το ΚΘΒΕ. «Στις εξετάσεις με είδε ο Βασίλης Παπαβασιλείου και σχεδόν απαίτησε να περάσω και ας ήμουν ευτραφής. Μετά μας εξηγούσε ότι στο θέατρο χρειάζονται όλοι, όχι μόνο οι όμορφοι. Αυτό με βοήθησε πολύ».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ