Σεραφείμ Κωνσταντινίδης ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Η αυταρχική ψευδαίσθηση του λαϊκισμού

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

O λαϊκισμός έχει παράδοση· δεν είναι η πρώτη φορά που παρασύρει τη χώρα. Απλώς, σήμερα η εξάπλωση του λαϊκισμού, στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, θέτει σε κίνδυνο σημαντικές αξίες, στην πραγματικότητα κινδυνεύει ο δυτικός τρόπος σκέψης και ζωής.

Ενδεικτικό παράδειγμα, ο αγώνας κατά της φοροδιαφυγής. Ολες σχεδόν οι κυβερνήσεις βίωναν μια δημοσιονομική ψευδαίσθηση. Οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ πίστευαν ότι με τη δραστηριοποίηση του ΣΔΟΕ θα σβήσουν τη φοροδιαφυγή. Δεν πέτυχαν. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έδειχνε αποφασισμένη να εξαλείψει το λαθρεμπόριο καυσίμων. Ούτε αυτή τα κατάφερε.

Η σημερινή κυβέρνηση είχε μεγαλύτερες φιλοδοξίες. Θα άλλαζε τον κόσμο, εξαφανίζοντας τη διαφθορά και τους φορολογικούς παραδείσους. Μέχρι και ταξίδι εισαγγελέων στο Παρίσι, με συνοδεία τηλεοπτικού συνεργείου της ΕΡΤ, οργάνωσαν, για να συλλέξουν υποτίθεται νέα στοιχεία από τον Φαλτσιανί, που ζει πωλώντας «καυτά» τραπεζικά αρχεία. Ορισμένοι έλεγαν ότι δεν είναι σύννομο να στοιχειοθετηθούν υποθέσεις βασισμένες σε κλεμμένα στοιχεία. Αγνοήθηκαν επειδή «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Αυτό πιστεύουν. Εχουν υιοθετήσει και την αρχή που αποτελεί τη βάση κάθε αυταρχισμού, ότι η πλειοψηφία που κυβερνά έχει πάντα δίκιο.

Υποτίθεται ότι οι κυβερνήσεις του «παλαιού καθεστώτος» είχαν κουκουλώσει τα στοιχεία για να ευνοήσουν φοροφυγάδες, ενώ η πρώτη φορά Αριστερά θα τους τιμωρούσε εισπράττοντας τα κρυμμένα δισεκατομμύρια. Προσέφεραν μια παρηγοριά για όσους νόμιζαν ότι η δική τους ταλαιπωρία, η ανεργία, η μείωση εισοδήματος κ.λπ. «αντισταθμίζονταν» με την τιμωρία πλουσίων που έκρυβαν τα έσοδά τους.

Ο έλεγχος όσων βρίσκονταν στη λεγόμενη λίστα Λαγκάρντ, στη λίστα Μπόργιανς, ακόμα και στον μακρύ κατάλογο όσων είχαν στείλει εμβάσματα στο εξωτερικό, άρχισε χωρίς κανένα σεβασμό βασικών αρχών που ισχύουν σε κάθε σύστημα Δικαιοσύνης, κυρίως στη Δύση. Παρίσταναν ότι δεν υπάρχει παραγραφή. Ακόμα και παράβαση που έγινε πριν από δεκαπέντε χρόνια μπορούσε να προκαλέσει τιμωρία, σήμερα. Οι «κατηγορούμενοι» έπρεπε να διατηρούν αποδείξεις, στοιχεία, για τις συναλλαγές τους την προηγούμενη δεκαπενταετία. Η κυβέρνηση έτσι έδειχνε έργο που «απέφυγαν» (για ευνόητους λόγους, έλεγαν…) οι προηγούμενοι. Χρειάστηκε το ανώτατο δικαστήριο να επιβεβαιώσει ότι φορολογικές υποθέσεις παλαιότερες των πέντε ετών έχουν παραγραφεί, προκειμένου να προσαρμοστούν.

Η αλήθεια είναι ότι η φοροδιαφυγή είναι σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ της χώρας και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέσα στις λίστες φιγουράρουν περιπτώσεις αποφυγής φόρων ή και διαφθοράς. Υπάρχουν όμως κι άλλοι που –σωστά– προστάτευαν τα φορολογημένα έσοδά τους από το ρίσκο της χώρας.

Τελικά από τον έλεγχο της λίστας Λαγκάρντ, που είχε πάνω από 2.000 άτομα και επιχειρήσεις με καταθέσεις 1,5 δισ. ευρώ στην Ελβετία, εισπράχθηκαν 44,6 εκατ. ευρώ. Από τη λίστα Μπόργιανς, που περιλάμβανε πάνω από 10.000 άτομα και εταιρείες με καταθέσεις 6,5 δισ. ευρώ, εισπράχθηκαν 16,8 εκατ. ευρώ. Από τις 2.400 υποθέσεις εμβασμάτων στο εξωτερικό εισπράχθηκαν 45 εκατ. ευρώ από φορολογουμένους που δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι ήταν φορολογημένα έσοδα.

Μικρό όφελος, μπροστά στη ζημία που προκάλεσαν η αδικία και η παραπλάνηση της κοινής γνώμης με τον μύθο των κρυμμένων δισεκατομμυρίων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ