ΕΛΛΑΔΑ

«Ασ’ την να είναι πεταμένη σαν το σκυλί»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Νοθευμένα και κλεμμένα διαβατήρια και ταυτότητες που κατασχέθηκαν από την Ελληνική Αστυνομία στην Αθήνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είχαν συμπληρωθεί δύο μήνες αστυνομικής παρακολούθησης όταν ο Μ. κατάλαβε ότι στενεύει ο κλοιός γύρω του. Στα τέλη Ιανουαρίου καθάρισε το διαμέρισμά του στην Αθήνα από κάθε ενοχοποιητικό στοιχείο και αναχώρησε οδικώς για την Πολωνία. Προτού περάσει από τον συνοριακό σταθμό του Προμαχώνα, προειδοποίησε έναν συνεργό του. «Πρέπει να προσέχεις την υγεία σου αφού σας έβαλαν στο μάτι οι “γιατροί”», του είπε στο τηλέφωνο χρησιμοποιώντας κωδικές ονομασίες. «Εχουν καταλάβει ότι είσαι άρρωστος και περιμένουν την ευκαιρία».

Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 25 Φεβρουαρίου, ο συνομιλητής του συνελήφθη μαζί με άλλα δέκα άτομα, υπηκόους Αλγερίας, Συρίας και Τυνησίας, ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης πλαστογράφων που διακινούσαν ανθρώπους μέσω του αεροδρομίου της Αθήνας. Από τις αστυνομικές έρευνες σε επτά διαμερίσματα κατασχέθηκαν 939 διαβατήρια και δελτία ταυτότητας, ενώ αναζητούνται άλλα πέντε άτομα, εκ των οποίων οι τρεις είναι κάτοικοι εξωτερικού.

Εργαστήριο και τεχνίτης

Σύμφωνα με στοιχεία της υπόθεσης που είναι σε γνώση της «Κ», οι κατηγορούμενοι, χωρισμένοι σε υποομάδες, έκλεβαν ταξιδιωτικά έγγραφα, προμηθεύονταν ταχυδρομικώς επιπλέον διαβατήρια και ταυτότητες από τη Γαλλία και επεξεργάζονταν το υλικό τους σε δικό τους εργαστήριο στην Αθήνα, αλλάζοντας ανάλογα με την περίσταση τις φωτογραφίες, τα ύψη ή τις ηλικίες. Ενα γνήσιο διαβατήριο χώρας Σένγκεν στοίχιζε στο κύκλωμα από 100 έως 250 ευρώ, ενώ κάθε διακινούμενος τους έδινε έως και 4.500 ευρώ για τα ταξιδιωτικά έγγραφα και τα αεροπορικά εισιτήρια.

Ο 33χρονος Μ., αλγερινής καταγωγής, λειτουργούσε, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, ως βασικός πλαστογράφος του κυκλώματος και προσπαθούσε να καλύψει επιμελώς τα ίχνη του. Απέφευγε να συνδέσει τον υπολογιστή του με σταθερό δίκτυο Ιντερνετ και χρησιμοποιούσε κάρτες εταιρείας κινητής τηλεφωνίας. Συμβούλευε πάντα τους συνεργούς του να του στέλνουν φωτογραφίες και στοιχεία των διακινουμένων μέσω WhatsApp, θεωρώντας ότι η κρυπτογράφηση της εφαρμογής θα του προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια. Στις τηλεφωνικές συνομιλίες του που καταγράφηκαν από τις Αρχές ξεδιπλώνονται τόσο ο τρόπος δράσης του όσο και οι προσπάθειές του να αποφύγει τη σύλληψη.

Στις περισσότερες κλήσεις οι κατηγορούμενοι χρησιμοποιούσαν δικό τους κώδικα επικοινωνίας. Με τη λέξη «καθαρό» αναφέρονταν σε διαβατήρια που δεν έφεραν σφραγίδες εισόδου - εξόδου σε έδαφος της ζώνης Σένγκεν ή άλλες θεωρήσεις προξενικών αρχών. Αντίστοιχα, η λέξη «πάρτι» χρησιμοποιείτο για οποιαδήποτε δραστηριότητα είχε σχέση με πλαστά έγγραφα. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι διακινούμενοι αποκαλούνταν «ποντίκια». «Ηθελα κάποιον για τα ποντίκια που έχω για Δανία, Γαλλία ή Λουξεμβούργο», λέει ένας από τους συλληφθέντες σε τηλεφωνική του συνομιλία.

Στην πορεία όμως προέκυπταν και νέες λέξεις. «Εχω ένα παπούτσι, ελληνικό, κόκκινο, δεν έχει κανένα λεκέ. Ισχύει μέχρι το ’22», ακούγεται να λέει ένας εκ των συλληφθέντων στον Μ. προκαλώντας γέλια στον συνομιλητή του. «Μπράβο, και εσένα σε εκπαίδευσαν να μιλάς με κωδικούς», του απαντά ο 33χρονος.

Οι περισσότεροι κατηγορούμενοι δεν ήταν άγνωστοι στις ελληνικές αρχές. Είχαν εμπλακεί στο παρελθόν σε υποθέσεις κλοπών ή πλαστογραφίας. Το 2010 ο Μ. είχε συλληφθεί στο λιμάνι της Πάτρας μεταφέροντας με ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο τρεις συμπατριώτες του οι οποίοι θα επιχειρούσαν να διαφύγουν στην Ιταλία. Δύο χρόνια νωρίτερα είχε τεθεί υπό επτάμηνη παρακολούθηση για παρόμοιες δραστηριότητες. Εκ των υστέρων αθωώθηκε και για τις δύο υποθέσεις.

Η εμπειρία του όμως τον έκανε πλέον πιο προσεκτικό. «Οι περισσότερες δουλειές που κάνω είναι για έξω, δεν με ξέρει κανένας στην Ελλάδα», έλεγε σε φερόμενο συνεργό του, προτού φύγει για την Πολωνία, συμβουλεύοντάς τον να απεμπλακεί από το κύκλωμα. «Πήγαινε στην Αγγλία, απόκτησε καθαρά λεφτά και βρες κάτι άλλο καλό. Πριν μπεις σε αυτό τον κλάδο μια χαρά ήσουν».

Οι συνοδοί

Οι συμβουλές του δεν έπιασαν τόπο. Εκτός από ταξιδιωτικά έγγραφα ευρωπαϊκών κρατών, το κύκλωμα διέθετε προς πώληση διαβατήρια Αργεντινής, Περού, Ονδούρας και Εκουαδόρ. Συνήθιζαν να ταιριάζουν τους διακινούμενους με κάποιον συνοδό, κάτοχο γνήσιου διαβατηρίου, που παρίστανε τον συγγενή ή τον φίλο, προκειμένου να μην κινήσουν υποψίες στα διάφορα στάδια ελέγχου του αεροδρομίου. Σε κάποιες περιπτώσεις, έστελναν και ασυνόδευτους ανήλικους σε κράτη της Δυτικής Ευρώπης, όπως αποπειράθηκαν να κάνουν στα τέλη Ιανουαρίου με ένα αγόρι 5 ετών και μια 14χρονη. Το αγόρι κατόρθωσε να ταξιδέψει στη Γερμανία με ενδιάμεσο σταθμό την Ολλανδία υπό τη συνοδεία ενηλίκου. Ο άντρας που ταξίδεψε μαζί του διέθετε, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, άσυλο στην Ελλάδα. «Καλή περίπτωση, απλώς θέλεις έναν θαρραλέο, να μη φοβάται», λένε σε καταγεγραμμένη τηλεφωνική τους επικοινωνία οι συλληφθέντες.

Για λόγους ασφαλείας μία από τις διακινούμενες δεν ήθελε να ταξιδέψει μόνη της. Ζητούσε να έχει μαζί της μια οικογένεια. «Θα της τα εξηγήσω όλα. Ο συνοδός της θα μείνει μαζί της μέχρι να φτάσει στη χώρα που θέλει», λέει ένας εκ των συλληφθέντων. «Ασ’ την να είναι πεταμένη σαν το σκυλί», τονίζει συνεργός του για να λάβει την απάντηση: «Εμείς δεν θέλουμε να είναι πεταμένη σαν το σκυλί, εμείς θέλουμε να την ταξιδέψουμε».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ