ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Νέα, εξωγενή εμπόδια στην πορεία της ανάκαμψης

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

«Πρώτα οι Ιταλοί». Οι εκλογές ήταν θρίαμβος του αντιευρωπαϊκού λαϊκισμού και η Ιταλία γίνεται ακόμα περισσότερο μέρος του ευρωπαϊκού προβλήματος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο δρόμος προς την ανάκτηση της δημοσιονομικής κυριαρχίας της Ελλάδας δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Παρά την κυβερνητική αισιοδοξία και τις βοηθητικές διαβεβαιώσεις των Ευρωπαίων, η περασμένη εβδομάδα ανέδειξε τις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η χώρα καθ’ οδόν προς τη μεταμνημονιακή επαγγελία.

Τη Δευτέρα, η ΕΛΣΤΑΤ δημοσίευσε προσωρινά στοιχεία για την ανάπτυξη το 2017. Η αύξηση του ΑΕΠ, σύμφωνα με την εκτίμησή της, ήταν 1,4% – έναντι πρόβλεψης 2,7% στον περυσινό προϋπολογισμό και 1,6% της Κομισιόν μόλις δύο εβδομάδες νωρίτερα.

Τη μέρα που ήρθαν τα κακά μαντάτα της ΕΛΣΤΑΤ, η Ευρώπη είχε ξυπνήσει με πονοκέφαλο από το hangover των ιταλικών εκλογών. Οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης, όπως εκτιμούν οι αναλυτές, θα πάρουν χρόνο και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα ευδοκιμήσουν. Εν τω μεταξύ, όμως, το μήνυμα των εκλογών ήταν σαφές: ήταν ένας θρίαμβος του αντιευρωπαϊκού λαϊκισμού, με το Κίνημα των Πέντε Αστέρων να είναι μακράν το πρώτο κόμμα και την ξενοφοβική Λέγκα του Βορρά να αναδεικνύεται σε πρώτη δύναμη στα δεξιά του πολιτικού φάσματος.

Η εχθρικότητα που αμφότερα τα κόμματα έχουν επιδείξει κατά του ευρώ και ο καταιγισμός υποσχέσεων παροχών και φοροαπαλλαγών στις οποίες επιδόθηκαν προεκλογικά αυξάνουν κατακόρυφα την πιθανότητα εντάσεων τους προσεχείς μήνες μεταξύ Ρώμης και Βρυξελλών. Η Ιταλία θα γίνει ακόμα περισσότερο μέρος του ευρωπαϊκού προβλήματος, αντί να γίνει μέρος της λύσης.

Η αρχική αντίδραση των αγορών στα αποτελέσματα ήταν ψύχραιμη. Ωστόσο, η παράταση της αβεβαιότητας δεν αποκλείεται να εντείνει τη νευρικότητα όσων έχουν επενδύσει σε κρατικά ομόλογα συγκεκριμένων χωρών. Οπως σημειώνει στην «Κ» ο Μπλέιζ Αντιν, επικεφαλής αναδυόμενων αγορών στο αμερικανικό fund TCW (που διαχειρίζεται κεφάλαια άνω των 200 δισ. δολαρίων), «ένα αρνητικό σενάριο στην ιταλική πολιτική πιθανότατα θα δημιουργούσε κάποια ανοδική πίεση στις αποδόσεις των ομολόγων της Ελλάδας και άλλων χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας», τονίζοντας ωστόσο ότι είναι πολύ νωρίς για πιο συγκεκριμένες προβλέψεις. Παράλληλα, η προοπτική tapering (σταδιακή απόσυρση) της ποσοτικής χαλάρωσης εκ μέρους της EKT από τον προσεχή Σεπτέμβριο, που ενισχύθηκε μετά τη συνεδρίαση της κεντρικής τράπεζας την περασμένη Πέμπτη, αφαιρεί ένα ζωτικό στρώμα προστασίας για τα ομόλογα του Νότου – ειδικά τα ιταλικά και τα ελληνικά. Και φυσικά, κανείς δεν μπορεί να υποτιμήσει τις πιθανές αναταράξεις από τις αναμενόμενες διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων από τη Federal Reserve ή από έναν πιθανό εμπορικό πόλεμο.

Ο Αντιν αναφέρει ότι η έκδοση του επταετούς ομολόγου τον Ιανουάριο «έγινε σε λάθος συγκυρία» και ότι «θα έπρεπε να ενισχύσει τα επιχειρήματα όσων μιλούν για την ανάγκη μιας προληπτικής γραμμής στήριξης μετά τον Αύγουστο». Αναφερόμενος στο μεγάλο ποσοστό της πρόσφατης έκδοσης –περίπου το 1/3– που κατέληξε στα χέρια hedge funds, πολλά από τα οποία ξεφορτώθηκαν το ομόλογο με μεγάλη ταχύτητα, σημειώνει: «Οι δυσκολίες του νέου ομολόγου δείχνουν ότι θα είναι πιο περίπλοκο και πιο ακριβό για την Ελλάδα να οικοδομήσει το απόθεμα ρευστότητας που χρειάζεται, χωρίς μεγαλύτερη σαφήνεια για το τοπίο μετά τον Αύγουστο και για τη μορφή και την έκταση της ελάφρυνσης του χρέους».

Λάθος μηνύματα

Κι ενώ το διεθνές περιβάλλον περιπλέκεται, η κυβέρνηση φαίνεται διατεθειμένη να υπονομεύσει το μήνυμά της ότι η Ελλάδα έχει αλλάξει και ότι είναι μία ασφαλής χώρα για επενδύσεις. Ο νέος νόμος για τους συμβασιούχους, που πριμοδοτεί όσους προσελήφθησαν μετά τον Νοέμβριο του 2016, δείχνει την επίμονη σαγήνη της πελατειακής λογικής. Παράλληλα, ο διορισμός του Φραγκίσκου Κουτεντάκη, λέκτορα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, πρώην συμβούλου του Αλέξη Τσίπρα και γ.γ. Δημοσιονομικής Πολιτικής, στη θέση του συντονιστή του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, ήταν ένα ακόμη δείγμα της αλλεργίας του κ. Τσίπρα στα θεσμικά αντίβαρα.

Η κομματικοποίηση του κράτους και η έλλειψη ανοχής στην κριτική δεν είναι καινούργια φαινόμενα. Εχουν όμως πλέον αποκτήσει δυσοίωνες διαστάσεις, με το κυβερνών κόμμα να επιδιώκει τον έλεγχο κάθε ανεξάρτητης φωνής, πιστό στο δόγμα ότι έχει καταλάβει την κυβέρνηση αλλά όχι την εξουσία. Για τους ξένους επενδυτές, η διευκόλυνση των πελατειακών προσλήψεων και η ουσιαστική φίμωση ενός θεσμού που έχει ως αποστολή τον ανεξάρτητο έλεγχο της οικονομικής πολιτικής, είναι ανησυχητικά δείγματα ότι, μετά τον Αύγουστο, οι παλιές κακές συνήθειες θα επιστρέψουν δριμύτερες.

Διαφάνεια και κόκκινα δάνεια στο Λονδίνο

Σε συνέδριο για την Ελλάδα την περασμένη εβδομάδα στο London Business School, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης βρέθηκε αντιμέτωπος με τα παράπονα επενδυτών που θεωρούν ότι η Ελλάδα δεν τους ενημερώνει επαρκώς. «Ως τώρα, είχαμε τις πληροφορίες που χρειαζόμασταν από τις εκθέσεις των θεσμών», λέει στην «Κ» ο Κρίστιαν Κοπφ, επικεφαλής ομολόγων για το μεγάλο γερμανικό fund Union Investment, που ήταν παρών στο συνέδριο. «Η ελληνική κυβέρνηση δεν προσπαθεί αρκετά να χτίσει ένα αφήγημα που θα πείσει τους επενδυτές. Δεν έβγαλε καν προσπέκτους με το ομόλογο του Ιανουαρίου». Κατά τα άλλα, το ζήτημα που συζητήθηκε περισσότερο στο συνέδριο ήταν η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι απόψεις των ομιλητών διίσταντο μεταξύ των υποστηρικτών της υφιστάμενης, σταδιακής προσέγγισης και όσων τάσσονται υπέρ μιας πιο ριζικής λύσης (κακή τράπεζα). «Ολα θα εξαρτηθούν από το στρες τεστ», αναφέρει στην «Κ» ένας από τους συμμετέχοντες. «Το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών, πάντως, μοιάζει να αγνοεί εσκεμμένα το πρόβλημα – σαν να μην το αφορά».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ