ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ*

Υπουργική επιδότηση ενοικίου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​ομόθυμη σχεδόν κοινωνική κατακραυγή των τελευταίων ημερών με αφορμή το υπουργικό επίδομα ενοικίου και οι συνακόλουθοι ηχηροί αφορισμοί συνιστούν ένα νέο επεισόδιο της πολεμικής που αποτελεί, μήνες τώρα, την κανονικότητα της χώρας. Ο μανιχαϊσμός και η ρητορική των άκρων συνεγείρουν εξίσου τα λαϊκά ακροατήρια και την πολιτική ελίτ της χώρας, με αναπόφευκτη συχνά κατάληξη έναν ανειλικρινή και ηθικολογικό διδακτισμό.

Τα πραγματικά δεδομένα: Νομοθετική πρόβλεψη χρονολογούμενη από τον Αύγουστο του 2015 περί επέκτασης του επιδόματος διαμονής –που ήδη λάμβαναν από τη δεκαετία του ’90 οι βουλευτές της περιφέρειας– και στα –επίσης, προερχόμενα από την περιφέρεια– εξωκοινοβουλευτικά μέλη της κυβέρνησης. Για την ιστορία, έχει σημασία να υπομνησθεί ότι η διάταξη αυτή, που περιελήφθη στο τρίτο μνημόνιο, υπερψηφίστηκε τόσο από τα κόμματα της συγκυβέρνησης όσο και από την αξιωματική αντιπολίτευση.

Η επικαιρότητα της κρίσιμης διάταξης: Η διαπίστωση ότι έχει τύχει εφαρμογής από τους αποδέκτες της, οι περισσότεροι εκ των οποίων αιτήθηκαν και έλαβαν την προβλεπόμενη επιδοματική ενίσχυση. Το γεγονός αυτό ξεσήκωσε κυριολεκτικά θύελλα αντιδράσεων και συσπείρωσε τον πολιτικό κόσμο σε κατηγορηματική αποκήρυξη των επίμαχων νομοθετικών του πεπραγμένων. Την αμαρτωλή διάταξη, μάλιστα, θεώρησε αναγκαίο να καταγγείλει ο ίδιος ο πρωθυπουργός επιχειρώντας τον κλασικό –αν όχι κοινότοπο, πλέον– διαφορισμό μεταξύ νόμιμου και ηθικού. Σε ανάλογο τόνο κινήθηκαν επ’ αυτού – απολύτως ομονοούντες– και οι αρχηγοί των λοιπών κομμάτων.

Στη συνέχεια και μετά την παραίτηση δύο υπουργών, τα λοιπά μέλη της κυβέρνησης που, κατ’ ενάσκηση του δικαιώματός τους, έλαβαν τη νομοθετημένη επιδότηση στέγασης, έσπευσαν στην πλειονότητά τους να διαβεβαιώσουν ενοχικά ότι προτίθενται να επιστρέψουν τα εισπραχθέντα!

Στο σημείο αυτό ακριβώς, διαπιστώνει κανείς –όχι χωρίς ανησυχία, είναι αλήθεια– μία ακόμη συντριπτική ήττα του ορθολογισμού ή, ακόμη χειρότερα, μία ακόμη επικίνδυνη υποχώρηση του κοινού νου. Η πλήρης μετατόπιση του πραγματικού διακυβεύματος και ο εν πολλοίς υποκριτικός δημόσιος λόγος περί της ηθικής απαξίας της διάταξης ενισχύουν έτι περαιτέρω τη ρητορική του λαϊκισμού – κυρίαρχη ούτως ή άλλως τάση, στην πολιτική επικαιρότητα.

Είναι τελείως διαφορετικό ζήτημα, από την άλλη πλευρά, η ηθική απονομιμοποίηση και η αδιαμφισβήτητη δικαιοπολιτική αστοχία τής υπό συζήτηση νομοθετικής πρόνοιας. Οπως επίσης, είναι πέραν κάθε αμφιβολίας το γεγονός ότι ρυθμίσεις ανάλογου ύφους, διά των οποίων έχουν εγκαθιδρυθεί ασύμμετρες βουλευτικές ή υπουργικές προνομίες, επιφέρουν ρωγμές στη συνοχή της κοινωνίας. Ερμηνεύουν, δε, επαρκώς τη φθίνουσα αξιοπιστία και την αντιστρόφως προϊούσα απαξίωση της πολιτικής και των προνομιούχων εκπροσώπων της.

Εντούτοις, όταν υπάρχει πολιτική βούληση, η αποκατάσταση τέτοιων διαπιστωμένων νομοθετικών ατοπημάτων δεν συνιστά αδιέξοδο για τη δημοκρατία. Η λύση βρίσκεται στην ειλικρινή αποτίμηση του προβλήματος και στην ανάληψη νομοθετικών πρωτοβουλιών που δεν εξελίσσονται ερήμην της πραγματικότητας. Η χρηστή νομοθέτηση, με επίγνωση της συγκυρίας ως έμπρακτης αναδίπλωσης για τη «διόρθωση των ημαρτημένων» που βυθίζουν διαχρονικά στην ανυποληψία το πολιτικό προσωπικό της χώρας, θα σηματοδοτούσε, ας πούμε, μια καλή αρχή.

Οσον αφορά την πρόταση περί θέσπισης εισοδηματικών κριτηρίων, μάλλον πρόκειται για λύση εμβαλωματική και ατελή. Το επίδικο είναι διαφορετικό και θα έπρεπε να συνίσταται στο ερώτημα αν είναι εφικτή η οριζόντια επιδότηση στέγασης –με εισοδηματικά κριτήρια, ασφαλώς–, για το σύνολο των πολιτών, των οποίων η επαγγελματική έδρα δεν συμπίπτει με τις γεωγραφικές συντεταγμένες της κατοικίας διαμονής τους. Μια τέτοια προοπτική, ωστόσο, είναι βέβαιο ότι απέχει πολύ από τον δημοσιονομικό ρεαλισμό της συγκυρίας που ταλανίζει τη χώρα, τα τελευταία χρόνια. Συνεπώς, η προνομιακή επιδότηση της βουλευτικής ή υπουργικής στέγασης, ακόμη και με εισοδηματικά κριτήρια, δύσκολα αποσυνδέεται από την παγιωμένη μομφή περιρρέουσας αλαζονείας. Κυρίως, επειδή δεν απαντά στο ερώτημα πώς αντιπαρέρχεται η ελληνική πολιτεία τα στεγαστικά αδιέξοδα των χαμηλόμισθων αναπληρωτών εκπαιδευτικών, στρατιωτικών, κ.ο.κ.

Τούτων δοθέντων, αληθινή μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία θα αποτελούσε ο εξορθολογισμός του υφιστάμενου status ως προς όλες τις νησίδες προνομίων που αφορούν επιμέρους κοινωνικά σύνολα ή επαγγελματικές κατηγορίες, χωρίς επαρκή αιτιολογία. Η επαναφορά στα στοιχειώδη της καλής νομοθέτησης, με πρωτεύοντα τον γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα του νόμου και την όμοια ρύθμιση, ομοειδών καταστάσεων θα συμβάλει σημαντικά στην ανάκτηση της χαμένης τιμής του νομοθετικού έργου και των αυτουργών του.

Οσο κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, η στοχοποίηση του πολιτικού κόσμου, με όρους οπαδικής πλατείας, η διαπόμπευση όσων τελικά ασκούν δικαίωμα εκ του νόμου και η συμβολική αποπομπή κάποιων εξ αυτών ως σπονδή για την εξιλέωση των εξεγερμένων δεν προάγουν τη συλλογική αυτογνωσία. Δεν προσφέρει, δε, καλές υπηρεσίες στη δημοκρατία, ενώ τροφοδοτεί ανεξέλεγκτα τον λαϊκισμό και τα κατώτερα ένστικτα της κερκίδας· διαμορφώνει, συνεπώς, την ιδανική συνθήκη για την επώαση ενός ύπουλου ολοκληρωτισμού, που αξιώνει τη συνοπτική αποκαθήλωση όσων μετέχουν στο δημοκρατικό γίγνεσθαι από θέσεις δημόσιας ευθύνης.

Οσοι λοιπόν ακόμη, «όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους» (Μανώλης Αναγνωστάκης, «Μιλώ …», Η συνέχεια 2, 1955) δεν υποτιμούν τη μείζονα απειλή που εκβάλλει, τελικώς, στην απαξίωση της ίδιας της δημοκρατίας, οφείλουν να προτάξουν ως μέλημά τους την επανανοηματοδότησή της… Κάθε άλλη ανάγνωση του πρόσφατου επεισοδίου σχετικά με το υπουργικό επίδομα στέγασης υπολείπεται μάλλον των περιστάσεων και αθωώνει μεροληπτικά την οργή λαού…

* Η δρ Αικατερίνα Παπανικολάου είναι δικηγόρος, μέλος της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ